Εντρυφώ  Ασχολούμαι σε μεγάλο βαθμό, εισχωρώ σε βάθος (σε γνωστικό χώρο).
Παρ: Εντρυφώ στους αρχαίους συγγραφείς.
 
Ανεξίθρησκος  Αυτός που δείχνει ανοχή προς τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τών άλλων.
 
Εγκαλώ  Υποβάλλω αγωγή ή μήνυση, οδηγώ (κάποιον) στο δικαστήριο.
(Γενικότ.) Προσάπτω κατηγορία.
Παρ. Προκαλώ αυτούς που με εγκαλούν για αμέλεια, να μου υποδείξουν πώς θα ενεργούσαν εκείνοι σε ανάλογη κατάσταση.
 
Χλευάζω  Εκφράζομαι με περιφρονητικό ή υποτιμητικό τρόπο, περιγελώ (κάποιον/κάτι).
Παρ: Χλευάζει τους αδύναμους/ό,τι δεν καταλαβαίνει.
 
Πτολεμαίος  'Ονομα Μακεδόνων βασιλέων τής Αιγύπτου κατά την ελληνιστική περίοδο, οι οποίοι ανήκαν στη δυναστεία των Λαγιδών, με πρώτο τον στρατηγό τού Αλεξάνδρου Πτολεμαίο Α' τον Λάγου.
Παρ: Πτολεμαίος Β' ο Φιλάδελφος / Γ' ο Ευεργέτης.
Κλαύδιος Πτολεμαίος. Αλεξανδρινός αστρονόμος, μαθηματικός και γεωγράφος (2ος αι. μ.Χ.), ο οποίος στο έργο του, γνωστό ως Αλμαγέστη, αναπτύσσει μια γεωκεντρική κοσμολογική θεωρία.
 
Πνύκα  Μικρός πετρώδης λόφος τής Αθήνας κοντά στην Ακρόπολη, όπου γίνονταν οι συνελεύσεις τού αθηναϊκού δήμου κατά την αρχαιότητα.
 
Περίακτος  Αυτός που έχει τη δυνατότητα να περιστρέφεται γύρω από κεντρικό σημείο ή άξονα.
(α) Περίακτος (η) μηχάνημα για την αλλαγή σκηνικών στο αρχαίο θέατρο (β) περίακτο (το) αρχαία πολεμική μηχανή για την εκτόξευση βλημάτων.
 
Παρατυπώ  Ενεργώ έξω από το πλαίσιο των τυπικών διαδικασιών και των νομικών διατάξεων, κάνω παράτυπες ενέργειες.
 
Παλαιοντολογία  (Χωρ. πληθ.) Η επιστήμη που έχει ως αντικείμενο μελέτης τους οργανισμούς που έζησαν στη Γη κατά τη διάρκεια των παλαιότερων γεωλογικών εποχών.
 
Ρηγμάτωση  Η λύση τής συνέχειας τής μάζας που οφείλεται σε εσωγενείς παράγοντες (συστολή ξηράνσεως, πλαστική συστολή) ή σε εξωτερικά φορτία. η δημιουργία ρήγματος.
 
Ρήγμα  Κάθε διακοπή τής συνέχειας μιας επιφάνειας, το ράγισμα.
(Ειδικότ.) Ρήξη των πετρωμάτων τού γήινου φλοιού λόγω των πάσης φύσεως δυνάμεων που ασκούνται σε αυτόν.
(Μτφ.) (α) Η διάσπαση τής ενότητας ενός συνόλου.
Παρ: Η έντονη αντίδραση μιας ομάδας βουλευτών για τους χειρισμούς τού προέδρου προκάλεσε ρήγμα στο εσωτερικό τού κόμματος. (β) Το κενό που διαπιστώνεται κάπου.
Παρ: "Το ηθικό και ιστορικό ρήγμα στα χρόνια τού Μεσοπολέμου και τής κυριαρχίας τού φασισμού" (εφημ.)
 
Παγγαία  (Γεωλ.) Η υποθετική πρωτοήπειρος που κάλυπτε τη μισή περίπου Γη και περιβαλλόταν από έναν παγκόσμιο ωκεανό και από την οποία, σύμφωνα με τη θεωρία τής μετατόπισης των ηπείρων, προήλθαν οι σημερινές ήπειροι.
 
Παρακλαδικός  Αυτός που σχετίζεται με εκπροσώπους ή ενέργειες οργανώσεων, οι οποίες δρουν πέρα από τις νόμιμα αναγνωρισμένες ή εκλεγμένες οργανώσεις κλάδου εργαζομένων.
Παρ: Παρακλαδικά αιτήματα // Παρακλαδικές διεκδικήσεις.
 
Πεζή  

(Επίρρ.) Με τα πόδια, περπατώντας.
Παρ: Ο πρόεδρος τής Δημοκρατίας μετέβη πεζή στο μνημείο τού Αγνώστου Στρατιώτου.


 
Πλασμώδιο  Κύτταρο που απαρτίζεται από πολλούς πυρήνες.
Το μικρόβιο που ευθύνεται για την εκδήλωση τής ελονοσίας στον άνθρωπο.
 
Ιμάτιο  (Κατά την αρχαιότητα) Ρούχο που φοριόταν πάνω από χιτώνα ή πέπλο.
 
Πιλοποιία  Η κατασκευή καπέλων.
 
Παραδοτέος  Αυτός που πρέπει να παραδοθεί στον δικαιούχο.
 
Αγχέμαχος  Αυτός που μάχεται από κοντά, σώμα με σώμα ή ο κατάλληλος για μάχες εκ του συστάδην.
 
Προαιρετικός  Αυτός που προκύπτει ή εξαρτάται από την ελεύθερη βούληση ή επιλογή κάποιου, που δεν είναι υποχεωτικός.
Παρ: Η συμμετοχή στη δημοσκόπηση είναι προαιρετική.
 
Μεταμοντέρνος  Αυτός που σχετίζεται με το σύγχρονο ρεύμα τής τέχνης (αρχικώς τής αρχιτεκτονικής), που αντιδρά στις φόρμες τού μοντερνισμού και χρησιμοποιεί ποικιλία παραδοσιακών στοιχείων σε πρωτότυπες συνθέσεις.
(Κατ' επέκτ.) Αυτός που είναι χαρακτηριστικός μιας αισθητικής (και τελικά ενός τρόπου ζωής) που αναμειγνύει πληθώρα διαφορετικών στοιχείων (ή τα παραθέτει με ιλιγγιώδη ταχύτητα), ακολουθεί αδιάκοπα τις εκάστοτε τάσεις χωρίς αρχές και σταθερά σημεία αναφοράς, με στόχο την εμπορικότητα, την πρωτοτυπία, τον εντυπωσιασμό (εκφράζεται μεταξύ άλλων στα βιντεοκλίπ, σε σύγχρονες διαφημίσεις κ.ά.).
(Κατ' επέκτ. στις κοινωνικές επιστήμες) Ο ακραίος σχετικισμός στις αξίες και στην επιστημονική μέθοδο και η απόρριψη τής αντικειμενικότητας.
Μεταμοντερνισμός
 
Τεκταίνεται  Συμβαίνει, προκύπτει κατόπιν μεθοδεύσεως, βάσει σχεδίου.
Παρ. Ήταν ενήμερος των όσων τεκταίνονταν στα παρασκήνια. // Σχολίασαν τα τεκταινόμενα της πολιτικής σκηνής.
 
Αίθριο  Κάθε εσωτερική αυλή ή προαύλιο μεγάλου κτηρίου, που καλύπτεται από γυάλινο σκέπαστρο, ώστε να έχει φυσικό εσωτερικό φωτισμό.
(Αρχαιολ.) Εσωτερική αυλή ρωμαϊκού σπιτιού ή άλλων κοσμικών και θρησκευτικών οικοδομημάτων, με στοά, προθάλαμο και πρόδομο.
Παρ: Στο αίθριο της Εστίας φύλαγαν το ιερό πυρ της Ρώμης.
 
Βραδυφλεγής  Αυτός που έχει αργό ρυθμό αναφλέξεως.
Παρ. Βραδυφλεγής βόμβα / οβίδα.
(Μτφ.) Αυτός που αντιδρά αργά, που αργεί να εκδηλωθεί.
Παρ. Βραδυφλεγής αντίδραση της κυβέρνησης στην τουρκική πρόκληση.
 
Φονταμενταλισμός  

Ελλην. θεμελιωτισμός. η τάση για επιστροφή στις πηγές τής θρησκείας. (συνήθ. προκειμένου για το ισλάμ) η επιστροφή στις αρχές τού Κορανίου και τής Σάρια, δηλ. του ισλαμικού νόμου, επιδιώκοντας απόλυτη (σε θρησκευτικό και πολιτικό επίπεδο) εφαρμογή τους.


 
Προτεκτοράτο  Το καθεστώς που εδραιώνεται με συμφωνία μεταξύ κρατών, από τα οποία το ένα ελέγχει ως προστάτιδα δύναμη το άλλο, στού οποίου τις εσωτερικές υποθέσεις αναμειγνύεται αποφασιστικά.
Το κράτος που τελεί υπό τον έννομο έλεγχο προστάτιδας δύναμης, έχοντας απολέσει την εθνική του αυτοδιάθεση. 
(Γενικότ.) Το κράτος που έχει ουσιαστικά χάσει την εθνική του αυτοδιάθεση και βρίσκεται υπό τον έλεγχο άλλου ισχυροτέρου.
 
Εξαρχάτο  (Ιστ.) Καθένα από τα τμήματα στα οποία χωρίστηκαν διοικητικώς τα δυτικά εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τον Ιουστινιανό.
 
Πλατωνισμός  Το φιλοσοφικό σύστημα τού Πλάτωνος και (γενικότ.) το σύνολο των διατυπωμένων ιδεών του.
Φρ. πλατωνισμός τού πνεύματος η περιοριστική για την ελεύθερη έρευνα εμφατική προσήλωση σε μία ιδέα.
(Μτφ.) Κάθε ενέργεια που στερείται πρακτικού αποτελέσματος.
 
Σκύμνος  Το νεογέννητο τού λιονταριού.
 
Προλετάριος  (Κατά τη μαρξιστική φιλοσοφία) Αυτός που σε μια καπιταλιστική κοινωνία ανήκει στην τάξη των μισθωτών εργατών και δεν κατέχει ή δεν ελέγχει τα μέσα παραγωγής.
Παρ: "Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε" (φράση με την οποία κλείνει το Κομμουνιστικό Μανιφέστο των Κ. Μαρξ και Φρ. 'Ενγκελς).
 
Ακόσμητος  Αδιακόσμητος, αστόλιστος.
(Μτφ. για ύφος λόγου) Αυτός που δεν έχει λογοτεχνικά στολίδια, λιτός.
 
Λεξιπενία  (Χωρ. πληθ.) Το φαινόμενο κατά το οποίο ένα πρόσωπο ή μια κοινωνική ομάδα χρησιμοποιεί στον καθημερινό λόγο, και γενικότ. στην επικοινωνία, πολύ περιορισμένο αριθμό λέξεων και εκφραστικών μέσων (κυρ. λόγω άγνοιας).
 
Τακτός  Αυτός που έχει καθοριστεί εκ των προτέρων.
Παρ: Η συνεδρίαση θα γίνει σε τακτή ημερομηνία. // Τακτή προθεσμία / συνεδρία.
 
Προβιταμίνη  

(Βιολ.) Ουσία που η δομή της είναι παρόμοια με αυτή τής βιταμίνης, λαμβάνεται από τον άνθρωπο με την τροφή του και μέσα στον οργανισμό μετατρέπεται στην αντίστοιχη βιταμίνη.


 
Εικονοκλαστικός  Ο εικονομαχικός, αυτός που σχετίζεται με την εικονομαχία.
(Μτφ.) Ο ριζοσπαστικός, ο ρηξικέλευθος.
Παρ: Εικονοκλαστική αντίληψη του χώρου και της κίνησης στο θέατρο.
 
Πραγματεία  Η πρωτότυπη εκτενής επιστημονική εργασία, έρευνα σε ένα θέμα, το οποίο αναλύεται διεξοδικώς με διάκριση των επιμέρους ζητημάτων, λογική απόδειξη των θέσεων που αναπτύσσονται, έκθεση αιτίων και αποτελεσμάτων και συστηματική διατύπωση.
 
Πάρεργο  Κάθε δευτερεύουσα απασχόληση.
 
Αθλο  Η επιβράβευση για νίκη ή διάκριση σε αγώνα ή διαγωνισμό.
Σχόλιο: Οι λέξεις άθλος και άθλο είναι ομηρικές. Στη διαχρονική χρήση των λέξεων άθλος ήταν "ο αγώνας για νίκη, βραβείο" και άθλο "το βραβείο του αγώνα".
 
Οινοχόος  (Στην αρχαία Ελλάδα) Ο υπηρέτης που κατά τα συμπόσια ήταν επιφορτισμένος με το σερβίρισμα του κρασιού στους συνδαιτυμόνες.
 
Παραπλήρωμα  Οτιδήποτε προστίθεται, για να συμπληρώσει ή να ολοκληρώσει κάτι.
(Γεωμ.) (Παραπλήρωμα μιας γωνίας) Η γωνία η οποία με τη δεδομένη έχουν άθροισμα 1800.