Απώτερος  Μακρινότερος στον χρόνο ή τον χώρο.
Παρ.: Απώτερο παρελθόν / μέλλον.
(Μτφ.) Βαθύτερος, πραγματικός.
Παρ.: Απώτερη επιδίωξη. // Απώτερο αίτιο.
 
Σαρκίο  Η υλική ζωή του ανθρώπου.
Παρ: Φροντίζει μόνο για το σαρκίο του.
 
Περίχωρα  Η εδαφική έκταση που βρίσκεται γύρω από μία πόλη, στην περιφέρεια της.
 
Συμπράττω  Ενεργώ σε συνεργασία ή σε συνεννόηση με άλλον/άλλους για συγκεκριμένο σκοπό ή αποτέλεσμα.
Παρ: Αρνήθηκε να συμπράξει σε τέτοια κακοήθεια.
 
Δυσθυμία  Η κακή ψυχική διάθεση, η έλλειψη κεφιού και όρεξης για ζωή.
 
Μεγαλομοριακός  (Βιολ.) (Για οργανική χημική ουσία) Αυτός που έχει μεγάλο μοριακό βάρος, π.χ. πρωτεΐνη, νουκλεϊκό οξύ κ.λπ., που προκύπτει συνήθως από πολυμερισμό.
 
Σύγκλιση  Η κίνηση προς το ίδιο σημείο.
Παρ: Η σύγκλιση όλων των δυνάμεων τού στρατεύματος προς το κέντρο τής αντίπαλης παράταξης.
(Μτφ.) Η κατάληξη σε κοινό σημείο (στόχο, αποτέλεσμα, συμπέρασμα).
Παρ: Τα κριτήρια σύγκλισης τής συνθήκης τού Μάαστριχτ για τη συμμετοχή στην Οικονομική και Νομισματική 'Ενωση. // Σύγκλιση απόψεων / θέσεων / τάσεων.
(Γλωσσ.) Η ανάπτυξη κοινών μορφολογικών ή δομικών χαρακτηριστικών από διαφορετικές γλώσσες ή διαλεκτικές μορφές τής ίδιας γλώσσας, ώστε να εμφανίζουν μεγαλύτερη ομοιότητα.
 
Ομβρος  Η ραγδαία βροχή.
 
Ανηλεής  Αυτός που δεν αισθάνεται ή δεν δείχνει ευσπλαχνία, έλεος, που δεν δείχνει οίκτο.
(Μτφ.) Αυτός που είναι υπερβολικά αυστηρός και σκληρός.
Παρ: Η ανηλεής στάση του υπουργού προκάλεσε οργή στους απεργούς.
 
Προϊστορία  (Χωρ. πληθ.) 1. Η περίοδος τής ζωής τού ανθρωπίνου γένους πριν από την εποχή για την οποία υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες, πριν από τους ιστορικούς χρόνους.
(Συνεκδ.) Ο επιστημονικός κλάδος τής ιστορίας που μελετά την περίοδο αυτή.
Το σύνολο των γεγονότων, των καταστάσεων που προηγήθηκαν (από κάτι).
Παρ: Η διένεξη αυτή έχει μεγάλη προϊστορία.
 
Σκολίωση  (Ιατρ.) Δυσμορφία τής σπονδυλικής στήλης, που χαρακτηρίζεται από μόνιμη, μεγαλύτερη ή μικρότερη, ανάλογα με τη βαρύτητα των περιπτώσεων κλίση προς τα πλάγια.
 
Ομοθυμαδόν  Με το ίδιο φρόνημα, με ομοφροσύνη και ομοψυχία.
 
Ανάσχεση  Η παροδική ή μόνιμη διακοπή (ροής, κίνησης) ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων ενεργειών.
Παρ: Η ανάσχεση της εχθρικής επίθεσης.
Ανάσχεση της αιμορραγίας.
 
Μηλίτης  (οίνος) Ελαφρό αλκοολούχο ποτό, που παρασκευάζεται με ζύμωση χυμού μήλων ή μήλων και αχλαδιών.
 
Παπισμός  Το δόγμα τής Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, ότι ο πάπας είναι εκπρόσωπος τού Θεού επί τής Γης και διάδοχος τού Αποστόλου Πέτρου και ως εκ τούτου έχει το αλάθητο σε θέματα πίστεως σύμφωνα με τη σχετική απόφαση τής Α' Βατικανής Συνόδου (1870).
Η κοσμική εξουσία τού πάπα, το κράτος τού Βατικανού.
 
Τύμβος  (Αρχαιολ.) Τεχνητός λόφος από χώμα και πέτρες που δημιουργείται πάνω από τάφους. (γενικότ.) ο μεγαλοπρεπής τάφος.
Παρ: Ο τύμβος των Σαλαμινομάχων.
Μνημείο, αναμνηστική στήλη.
 
Θαλλός  Το νεαρό κλαδί φυτού, το φυτικό σώμα κατώτερων οργανισμών, όπως των φυκών, μυκήτων κ.ά.
 
Μνησίκακος  Αυτός που δεν ξεχνά το κακό που έχει υποστεί και διακατέχεται από έντονη επιθυμία να βλάψει τον υπαίτιο παίρνοντας εκδίκηση.
 
Πτεροδάκτυλος  Προϊστορικό ιπτάμενο ερπετό με σχετικά μικρό μέγεθος.
 
Κοινοτοπία  Λόγος ή σκέψη που στερείται πρωτοτυπίας, πεζολογία.
 
Ρευστοποιήση  Η μετατροπή στερεού σώματος σε ρευστό, υγρό ή και αέριο, η υγροποίηση.
(Οικον.) Η μετατροπή επενδύσεων, τίτλων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων, κινητών και ακινήτων, σε ρευστό χρήμα.
Παρ: "Τα ξένα αμοιβαία κεφάλαια προχώρησαν σε μαζικές ρευστοποιήσεις των χαρτοφυλακίων τους" (εφημ.).
 
Φερέγγυος  Αυτός που παρέχει εγγυήσεις για την τήρηση των οικονομικών του υποχρεώσεων.
Παρ: Φερέγγυος οφειλέτης.
Αυτός που εμπνέει εμπιστοσύνη.
Παρ: Φερέγγυος συνεργάτης // Φερέγγυες προτάσεις.
 
Θάλλω  Βγάζω άνθη.
(Μτφ.) Βρίσκομαι στην ακμή μου.
Παρ: Τα μεγάλα πνεύματα θάλλουν υπό οποιεσδήποτε συνθήκες.
 
Μελίρρυτος  Αυτός που χαρακτηρίζεται από γλυκύτητα στην έκφραση, στον λόγο.
 
Πλωτίνος  Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος (205-270 μ.Χ.), ο θεμελιωτής τής νεοπλατωνικής φιλοσοφίας.
Όνομα αγίων τής Ορθόδοξης Εκκλησίας.
 
Συμβολισμός  Η αντιπροσώπευση πραγμάτων, εννοιών, ιδεών κ.λπ. μέσω συμβόλων.
Το συμβολικό νόημα, το περιεχόμενο που υποκρύπτεται.
Παρ: Ποιος είναι ο συμβολισμός τής τελευταίας σκηνής τού έργου;
Το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό κίνημα που εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αι. ως αντίδραση στον ρεαλισμό, κατά το οποίο ο λογοτέχνης ή καλλιτέχνης ερμηνεύει διαισθητικά τον κόσμο ως σύνολο συμβόλων, αναζητεί την έκφραση ή την πρόκληση συναισθημάτων, ιδεών κ.λπ. μέσω τής χρήσεως συμβολικής γλώσσας, φαντασίας, χρωμάτων κ.λπ.
 
Υπόλογος  Αυτός που πρέπει να δώσει λόγο για τις ενέργειές του.
Παρ: Η Κυβέρνηση είναι υπόλογη ενώπιον του ελληνικού λαού.
 
Απροσχημάτιστος  Αυτός που γίνεται χωρίς προσχήματα.
Παρ.: Απροσχημάτιστη επέμβαση στα εσωτερικά άλλης χώρας. // Απροσχημάτιστη πρόκληση.
 
Ένδεια  Η έλλειψη, η στέρηση.
Παρ: Ένδεια αγαθών πρώτης ανάγκης. // (Μτφ.) 'Ενδεια πνευματική / ηθική.
Η έλλειψη οικονομικών πόρων, η φτώχια.
Παρ: Ζει μέσα στην ένδεια.
 
Ακρατος (2)  (Συνήθ. για συναισθήματα) Αυτός που χαρακτηρίζεται από δύναμη και ορμητικότητα, που δεν συγκρατείται.
Παρ: 'Ακρατος ενθουσιασμός.