Ηδονιστής  Αυτός που έχει παραδοθεί στις σαρκικές απολαύσεις, στην επιδίωξη της ηδονής.
Ο οπαδός του φιλοσοφικού συστήματος του ηδονισμού, που πιστεύει στην ηδονή ως ύψιστο αγαθό.
Παρ. Οι Κυρηναίοι ηδονιστές // Ηδονιστές  θεωρούνται και οι Γάλλοι υλιστές φιλόσοφοι του Διαφωτισμού.
 
Παράδοξος  (Γενικά) Αυτός που βρίσκεται τελείως έξω απο τα συνηθισμένα, που παραβιάζει τη φυσική τάξη των πραγμάτων και γι' αυτό δεν γίνεται εύκολα πιστευτός.
Παρ: Διηγείται παράδοξες ιστορίες // 'Ελυσε το πρόβλημα με πολύ παράδοξο τρόπο.
Παράδοξο(ν) (το) (α) Οτιδήποτε φαίνεται άτοπο (ως αντίθετο προς τις παραδεκτές αντιλήψεις, τα συνηθισμένα ή τα λογικώς αναμενόμενα).
Παρ: Το παράδοξο τής υπόθεσης βρίσκεται στην αντίδραση των ενδιαφερομένων. κανείς δεν μπορεί να την εξηγήσει. (β) (Φυσ.) Κάθε φυσικό φαινόμενο που φαίνεται να περιέχει αντιφάσεις και να αντιβαίνει στους κανόνες τής κοινής λογικής.
Παρ: Υδροστατικό παράδοξο.
(Ιατρ.) (Παθολογικό φαινόμενο) που φαίνεται να βρίσκεται σε αντίθεση με τα άλλα συμπτώματα τής ασθένειας.
Παρ: Παράδοξος σφυγμός (αραιός σφυγμός που παρατηρείται σε περίπτωση υψηλού πυρετού).
 
Περίφραση  Το σχήμα λόγου, που για λόγους κυρ. παραστατικότητας και ζωντάνιας αποδίδει μία έννοια με περισσότερες από μία λέξεις, λ.χ. "η χώρα του ανατέλλοντος ηλίου" αντί "η Ιαπωνία".
(Γενικότ.) Η απόδοση μίας έννοιας με περισσότερες από μία λέξεις.
 
Ανεπίληπτος  Αυτός που δεν έχει τίποτα επιλήψιμο, εναντίον του οποίου δεν μπορεί να διατυπωθεί κατηγορία.
 
Πόρρωθεν  Από μακριά.
Παρ: Παρακολουθούσε τις εξελίξεις πόρρωθεν.
 
Ψυχισμός  (Χωρ. πληθ.) 1. Ο ψυχικός κόσμος τού ανθρώπου.
Παρ: Ο ευαίσθητος ψυχισμός των παιδιών.
Η ψυχική δύναμη, οι δυνάμεις τής ψυχής τού ανθρώπου.
 
Ευειδής  Αυτός που έχει ωραία μορφή.
Παρ: "Γυνή προσελθούσα καλή και ευειδής" (Αλ. Παπαδιαμάντης)
 
Γραφίδα  Το όργανο με το οποίο γράφουμε πάνω στο χαρτί.
Παρ. Γραφίδα από φτερό πτηνού // Μεταλλική γραφίδα.
Ο τρόπος γραπτής έκφρασης.
Παρ. Η γραφίδα του καυτηριάζει τα κακώς κείμενα.
 
Παραγάδι  Αλιευτικό όργανο σε σχήμα μακρού νήματος (μέχρι 200 μέτρα), από το οποίο κρέμονται σε σταθερές αποστάσεις άλλα μικρότερα νήματα με δολωμένα αγκίστρια στο άκρο τους, ενώ το όλο σύστημα βυθίζεται στο νερό και συγκρατείται στον βυθό με βαρίδια.
 
Προασπίζω  Υπερασπίζω.
Παρ: Οι νόμοι πρέπει να προασπίζουν την ατομική ελευθερία.
 
Απέριττος  Αυτός που δεν έχει τίποτα περιττό, τίποτα περισσότερο από το αναγκαίο.
Παρ: Ο λόγος του, απλός και απέριττος, συναρπάζει. // Απέριττο ύφος.
Απέριττο (το) Η απλότητα.
Παρ: Το απέριττο του χαρακτήρα / του ύφους / της γλώσσας.
 
Μερκαντιλισμός  (Οικον.) Η εμποροκρατία (βλ. λ.).
 
Σύζευξη  Η ενοποίηση ή σύνδεση ξεχωριστών πραγμάτων.
Παρ: Σύζευξη ηλεκτρονικών κυκλωμάτων (ώστε να μεταφέρεται ηλεκτρική ενέργεια από το ένα στο άλλο).
Η ένωση δύο ανθρώπων σε γάμο.
(α) (Βιολ.) Η ένωση ατόμων ενός είδους και διαφορετικού φύλου για την αναπαραγωγή τού είδους (β) (Βοτ.) εγγενής αναπαραγωγή ορισμένων μυκήτων και βακτηρίων.
(Μουσ.) Μουσικό σημείο που δείχνει την ένωση δύο φθογγοσήμων, ώστε να εκφωνείται μόνο το πρώτο με την έκταση και των δύο μαζί.
5. (Γλωσσ.) Τύπος παρατακτικής σύνδεσης, που δηλώνεται κυρ. με τον σύνδεσμο και και λιγότερο συχνά με τα επιπλέον, επίσης, επιπροσθέτως κ.ά.
 
Παντοειδής  Κάθε είδους.
Παρ.: Το κόμμα αντιμετώπισε στο παρελθόν παντοειδείς διώξεις (βίαιες, ποινικές, πολιτικές κ.λπ.). // Παντοειδή σχόλια.
 
Αμιλλα  Συναγωνισμός (συνήθ. χωρίς αντιπαλότητα οπότε συμβάλλει στη βελτίωση όσων συναγωνίζονται), η προσπάθεια για διάκριση και υπεροχή (συνηθ. κατ' αντιδιαστολή προς τον ανταγωνισμό, ο οποίος διακρίνεται από έντονη αντιπαλότητα).
 
Μασονία  (Χωρ. πληθ.) Παγκόσμια μυστική οργάνωση με φιλοσοφικό και θεοσοφικό χαρακτήρα, γνωστή στον πολύ κόσμο για τη φημολογούμενη αλληλεγγύη και την ιεραρχική μύηση των μελών της, τις πολύπλοκες τελετουργίες, τον απόκρυφο ρόλο και τους αμφιλεγόμενους σκοπούς της. αλλιώς φραμασονία.
(Συνεκδ.) Το σύνολο των μασόνων.
(Μτφ.-μειωτ.) Σύνολο προσώπων που αλληλοϋποστηρίζονται ή δρουν μυστικά.
 
Σύμφυτος  Αυτός που είναι στη φύση κάποιου, που αποτελεί φυσικό εκ γενετής γνώρισμά του.
Αυτός που προκύπτει ή υφίσταται με φυσικό τρόπο.
3. (Μτφ.) Αυτός που απορρέει φυσικά από κάτι ως εύλογη συνέπεια.
(Για νόσους) Συγγενής.
Σύμφυτο (το) η ιδιότητα τού έμφυτου.
 
Περίπλους  Η πλεύση, το ταξίδι με πλοίο παράλληλα προς τις ακτές, γύρω από νησί ή ήπειρο.
Παρ. Ο περίπλους τής Πελοποννήσου.
(Συνεκδ.) Σύγγραμμα με γεωγραφικές πληροφορίες και περιγραφή των παραλίων.
Παρ. Περίπλους τής Ινδικής χερσονήσου.
 
Βέβηλος  Αυτός που δεν δείχνει τον απαιτούμενο σεβασμό και καταπατεί (κάτι όσιο και ιερό).
(Μτφ. ως ουσ.) Αυτός που με τη δραστηριότητά του σε τέχνη, επιστήμη, εργασία κλπ. προσβάλλει τον ίδιο τον χώρο στον οποίον δραστηριοποιείται.
 
Κόθορνος  Υπόδημα με ψηλό και παχύ πέλμα, το οποίο φορούσαν οι υποκριτές της αρχαίας τραγωδίας, υποδυόμενοι ρόλους ηρώων.
(Μτφ.) 'Ανθρωπος αναξιόπιστος που αλλάζει από ιδιοτελείς απόψεις και θέσεις.
 
Πάραυτα  Αμέσως, στη στιγμή.
Παρ: Διετάχθη να εμφανιστεί πάραυτα ενώπιον τού διοικητή.
 
Υποφώσκω  Φέγγω αμυδρά, αχνοφέγγω.
Παρ: Υποφώσκει η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο // Υποφώσκει η ημέρα.
 
Θυμοσοφία  Η ψύχραιμη αντιμετώπιση των αντιξοοτήτων τής ζωής, η στωικότητα.
Η πρακτική φιλοσοφία, η φιλοσοφία της καθημερινότητας.
 
Μίτρα  Χρυσοποίκιλτο κάλυμμα της κεφαλής, που φέρουν οι ορθόδοξοι επίσκοποι και αρχιεπίσκοποι κατά την τέλεση των λειτουργικών τους καθηκόντων.
 
Προσήνεμος  Αυτός που είναι στραμμένος προς τα εκεί από όπου φυσά ο άνεμος.
 
Συνημμένος  ('Εγγραφο) που έχει συναφθεί, έχει συνδεθεί με άλλα, προκειμένου να υποβληθούν όλα μαζί.
 
Πρωτοστατώ  Είμαι πρωτεργάτης, διαδραματίζω πρωταγωνιστικό ρόλο (σε προσπάθεια, κίνηση κ.λπ.).
Παρ: Είναι ανάμεσα σε αυτούς που πρωτοστάτησαν στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.
 
Εύθετος  Αυτός που είναι καλά τοποθετημένος, που βρίσκεται στη σωστή θέση.
(Μτφ. για χρόνο) Ο κατάλληλος, ο αρμόδιος.
Φρ. εν ευθέτω χρόνω τον κατάλληλο καιρό, όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες.
Παρ: Το ζήτημα θα λυθεί εν ευθέτω χρόνω.
 
Μινυρίζω  Κλαίω με σιγανή φωνή.
Παρ: "Εμινύριζεν ακόμη η θρηνώδης φωνή του βρέφους" (Αλ.Παπαδιαμάντης)
Τραγουδώ με σιγανή φωνή.
 
Πύρρος  Βασιλιάς της Ηπείρου (318-272 π.Χ.), γνωστός για τις μεγάλες νίκες του επί των Ρωμαίων, στις οποίες όμως είχε βαρύτατες απώλειες.