Μεσοζωϊκός  (Γεωλ.)1. Αυτός που σχετίζεται με το μεσαίο διάστημα τής ιστορίας τής Γης και αποτελεί τη μεταβατική κατάσταση για τους νεότερους χρόνους.
(α) Μεσοζωϊκός Αιώνας το διάστημα τού γεωλογικού χρόνου, κατά τη διάρκεια τού οποίου άρχισε η μετατόπιση των ηπείρων, δηλ. ο αποχωρισμός των ηπείρων από μία αρχέγονη χερσαία μάζα. διαιρείται στο Τριαδικό, το Ιουρασικό και το Κρητιδικό, η διάρκειά του είναι 165 εκατομμύρια χρόνια περίπου και είναι γνωστός και ως Δευτερογενής Αιώνας (β) μεσοζωϊκό άθροισμα στρωμάτων το πέμπτο από τα έξι μεγάλα αθροίσματα, στα οποία υποδιαιρείται το όλο σύστημα στρωμάτων τής Γης.
 
Γνώμονας  Το γεωμετρικό όργανο που χρησιμοποιείται στη χάραξη ορθών γωνιών και καθέτων ευθειών.
(Μτφ.) Το κριτήριο βάσει του οποίου λαμβάνονται αποφάσεις ή γίνονται ενέργειες.
Παρ. Η κυβέρνηση ενεργεί με γνώμονα την εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου.
 
Ψιμύθιο  Λευκή σκόνη που χρησιμοποιούσαν για να λευκαίνουν το πρόσωπο.
(Γενικότ. στον πληθ.) Το στολίδι, το φτιασίδι.
Παρ: (Μτφ.) Έκφραση λιτή και φυσική, δίχως περιττά ψιμύθια.
(Στο Βυζάντιο) Λευκό χρώμα που χρησιμοποιούσαν οι ζωγράφοι.
 
Αναπόδεικτος  Αυτός που δεν αποδεικνύεται ή που δεν έχει αποδειχθεί.
Παρ: Υποστηρίζει τη γνώμη του με αναπόδεικτους ισχυρισμούς, γι' αυτό δεν πείθει κανέναν.
Αναπόδεικτη κατηγορία / ενοχή.
 
Εξωραΐζω  Καθιστώ (κάτι) ωραίο, ομορφαίνω, καλλωπίζω.
Παρ. Εξωραΐζω έναν αρχαιολογικό τόπο.
Κάνω (κάτι άσχημο) να φαίνεται ωραίο, εμφανίζω (κάτι αρνητικό) με θετικές ιδιότητες.
Παρ. Πρέπει να δούμε κατάματα την κατάσταση και όχι να προσπαθούμε να την εξωραΐσουμε.
 
Κότινος  Το στεφάνι από κλαδί αγριελιάς, με το οποίο στεφάνωναν τους νικητές των αγώνων στην αρχαιότητα.
(Συνεκδ.) Η τιμή, η ηθική ικανοποίηση που νιώθει ο νικητής.
 
Περαιώνω  Ολοκληρώνω ένα έργο.
Παρ.: Περαιώνω ένα κτήριο.
Ουσ. περαίωση.
 
Υπολανθάνω  Υπάρχω χωρίς να φαίνομαι, βρίσκομαι σε λανθάνουσα κάτασταση.
Παρ: Οι αντιδράσεις τους βρίσκονται ακόμη σε υπολανθάνουσα κατάσταση.
 
Τελευτή  Το τέλος τής ζωής, ο θάνατος.
 
Πάγκρεας  (Χωρ. πληθ.) (Ανατ.) Μεγάλος σύνθετος αδένας που βρίσκεται πίσω από το στομάχι και εκκρίνει ένζυμα στο έντερο και ινσουλίνη στο αίμα.
 
Πλέον  (Επίρρ.) 1. Για τον περιφραστικό σχηματισμό τού συγκριτικού βαθμού.
Παρ: Ο πλέον σημαντικός / διαβασμένος / αναγνωρισμένος συγγραφέας.
Φρ. (α) πλέον τού δέοντος περισσότερο από όσο είναι απαραίτητο ή απαιτούμενο. Παρ: Η απόδοσή του υπήρξε πλέον του δέοντος ικανοποιητική. (β) πλέον ή βέβαιον περισσότερο και από βέβαιο.
(α) πια, ήδη.
Παρ: Ό,τι έγινε τότε ανήκει πλέον στο παρελθόν.
(β) μελλοντικά, από εδώ και πέρα.
Παρ: Υποσχέθηκε να είναι πλέον πιο προσεκτικός στις επιλογές του.
(γ) (με αριθμητ.) παραπάνω.
Παρ: Στη δημοσκόπηση μετείχαν πλέον των δέκα χιλιάδων νέων από 15 έως 25 ετών.
 
Μεθερμηνεύω  Διατυπώνω εκ νέου με ποιο κατανοητό τρόπο.
Φρ. ο / όπερ εστί μεθερμηνευόμενον (Κ.Δ. Μάρκ. 15, 34) πράγμα που σημαίνει.
 
Τρίοδος  Το σημείο στο οποίο συναντώνται τρεις δρόμοι.
 
Εναγής  Αυτός που φέρει πάνω του άγος, που βαρύνεται με ανόσια πράξη και τις συνέπειές της.
 
Θήραμα  Ζώο που θηρεύεται ή θεωρείται κατάλληλο για θήρα, κυνήγι.
 
Προσδοκώ  Περιμένω να συμβεί (κάτι επιθυμητό).
 
Σολοικισμός  Το εκφραστικό, συντακτικό λάθος κατά την εκφορά του λόγου, στη διατύπωση.
Παρ: Η ομιλία του στην τηλεόραση δεν ήταν απαλλαγμένη από σολοικισμούς και έδωσε λαβή σε επικριτικά σχόλια.
 
Φωρώμαι  Συλλαμβάνομαι επ' αυτοφώρω να διαπράττω αξιόμεμπτη ή κολάσιμη πράξη.
Παρ: Εφωράθη κλέπτων.
(Μτφ.) Γίνομαι φανερά αντιληπτός, πιάνομαι.
Παρ: Ο βουλευτής εφωράθη να αγνοεί τον κανονισμό τής Βουλής.
 
Ρικνός  

Αυτός που έχει ζαρώσει, που είναι γεμάτος ρυτίδες.
Παρ: Ρικνό πρόσωπο / δέρμα.


 
Πλουτωνισμός  Παλαιότερη θεωρία σύμφωνα με την οποία ο σχηματισμός ορισμένων πετρωμάτων συνιστά αποτέλεσμα τής θερμότητας και των διεργασιών τήξεως.
 
Σκύβαλο  Ό,τι απομένει από το ξεκαθάρισμα των δημητριακών.
(Γενικότ.) Σκουπίδι, άχρηστο πράγμα.
(Μτφ) 'Ανθρωπος τιποτένιος, κούφιος, χωρίς καμιά αξία.
 
Σαρκίο  Η υλική ζωή του ανθρώπου.
Παρ: Φροντίζει μόνο για το σαρκίο του.
 
Διαρρήδην  Χωρίς περιστροφές ή υπεκφυγές.
Παρ: Υποστήριξε διαρρήδην τις διεκδικήσεις του.
 
Κρατισμός  Η θεωρία που προβάλλει τον παρεμβατικό και ρυθμιστικό ρόλο τού κράτους στη διαμόρφωση τής οικονομικής και πολιτικής ζωής μιας κοινότητας.
 
Πρύτανης  Ο αιρετός προϊστάμενος ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος με χρονικά καθορισμένη θητεία.
Παρ.: Πρύτανης πανεπιστημίου / πολυτεχνείου.
(Στην αρχαία Αθήνα) Καθένας από τους πενήντα βουλευτές τής φυλής που προήδρευε στη βουλή για ορισμένο χρονικό διάστημα (το 1/10 του έτους).
 
Τέκτονας  Μέλος μασονικής οργάνωσης, τεκτονικής στοάς.

 


 
Παρερμηνεία  Η εσφαλμένη ερμηνεία που οδηγεί σε παρανόηση.
Παρ: Η αρνητική του στάση οφείλεται προφανώς σε παρερμηνεία των προθέσεών μου.
 
Πτολεμαίος  'Ονομα Μακεδόνων βασιλέων τής Αιγύπτου κατά την ελληνιστική περίοδο, οι οποίοι ανήκαν στη δυναστεία των Λαγιδών, με πρώτο τον στρατηγό τού Αλεξάνδρου Πτολεμαίο Α' τον Λάγου.
Παρ: Πτολεμαίος Β' ο Φιλάδελφος / Γ' ο Ευεργέτης.
Κλαύδιος Πτολεμαίος. Αλεξανδρινός αστρονόμος, μαθηματικός και γεωγράφος (2ος αι. μ.Χ.), ο οποίος στο έργο του, γνωστό ως Αλμαγέστη, αναπτύσσει μια γεωκεντρική κοσμολογική θεωρία.
 
Ωκεάνιος  Αυτός που σχετίζεται με τον ωκεανό.
Παρ. Ωκεάνια αύλακα / τάφρος / λεκάνη (μεγάλη έκταση του πυθμένα των ωκεανών). // Ωκεάνιο βύθισμα / οροπέδιο.
 
Δαιμονιώδης  (Κυριολ.) Αυτός που μοιάζει με δαίμονα ή αρμόζει σε αυτόν.
Παρ. Δαιμονιώδης συμπεριφορά.
(Μτφ) Αυτός που χαρακτηρίζεται από εκρηκτικότητα, μεγάλη ένταση, παραφορά.
Παρ. Χορεύουν με δαιμονιώδη ρυθμό