Σίβυλλα  (Κατά την αρχαιότητα) Γυναίκα που σε κατάσταση έκστασης προφήτευε τα μέλλοντα.
(Μτφ.) Αινιγματικό πρόσωπο.
 
Σύμπηξη  Η σταθεροποίηση και η στερέωση των τμημάτων ενός συνόλου, ώστε να είναι συμπαγές.
(Μτφ.) Η συγκρότηση, η σύσταση οργανωμένου συνόλου.
Παρ: Η σύμπηξη κόμματος / εταιρείας / συλλόγου.
 
Υφέρπω  (Κυρ. για φήμες ή αρρώστιες) Αναπτύσσομαι, διαδίδομαι χωρίς να γίνομαι άμεσα ή αμέσως αντιληπτός.
 
Χρηματίζω  Εκτελώ χρέη, ασκώ τα καθήκοντα.
Παρ: Χρημάτισε ταμίας του συλλόγου επί δύο συναπτά έτη.
 
Ταμπουράς  Έγχορδο λαϊκό μουσικό όργανο με βαθύ ηχείο σε σχήμα αχλαδιού, πολύ μακρύ βραχίονα και δύο, τρία ή τέσσερα ζεύγη χορδών.
 
Συμπαρεδρεύω  Κάθομαι δίπλα (σε κάποιον).
(Για πλανήτη) Βρίσκομαι στην ίδια θέση με άλλον.
 
Παράπλους  

(Χωρ. πληθ.) Η πλεύση σε κοντινή απόσταση, κατά μήκος ή παράλληλα (κυρ. προς ακτή).
Παρ: Ο παράπλους ακρωτηρίου / ακτών.


 


 

 


 
Πνευματοκρατία  

(Χωρ. πληθ.) (Φιλοσ.) Η αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η βαθύτερη ουσία των όντων είναι το πνεύμα και η ύλη αποτελεί την αισθητή έκφρασή της.


 
Μερκαντιλισμός  (Οικον.) Η εμποροκρατία (βλ. λ.).
 
Ηλεκτρεγερτικός  Αυτός που προκαλεί την ανάπτυξη ηλεκτρικού ρεύματος.
Παρ. Ηλεκτρεγερτική δύναμη / δυναμική / πεδίο.
 
Αμετροεπής  Αυτός που δεν έχει μέτρο στα λόγια του, που φλυαρεί.
Παρ: Αμετροεπής ομιλητής.
(Κατ' επέκτ.) Αυτός που συμπεριφέρεται χωρίς μέτρο.
 
Ευώνυμος  Αριστερός.
Παρ: Η ευώνυμος πτέρυγα μάχης. //  Εκ δεξιών και εξ ευωνύμων (από τα δεξιά και από τα αριστερά).
 
Περιφερικός  Αυτός που έχει καμπύλο, κυκλικό σχήμα.
Παρ. Περιφερική τροχιά.
 
Υποστατικό  Το αγρόκτημα. αυτόνομη γεωργική μονάδα.
 
Πελαγοδρομώ  (Κυριολ.-σπάν.) Διαπλέω το πέλαγος, ταξιδεύω στην ανοιχτή θάλασσα.
(Κυρ. μτφ.) (α) βρίσκομαι σε σύγχυση, χάνω τον ειρμό και τον έλεγχο των σκέψεων ή των πράξεών μου, διαταράσσεται η επαφή μου με την πραγματικότητα (β) (ειδικότ.) ξεφεύγω από το βασικό θέμα λόγου, κειμένου κ.λπ., κάνω μεγάλες παρεκβάσεις χωρίς ειρμό.
 
Όμβριος  Αυτός που σχετίζεται με τη βροχή ' (συνήθ.) αυτός που προέρχεται από τη βροχή.
Παρ. όμβρια ύδατα
 
Αλτρουισμός  Ηθική αρχή που δηλώνει την ανιδιοτελή μέριμνα για τους άλλους, η συνειδητή άρνηση του ατομικού συμφέροντος προς όφελος του συλλογικού, συνήθ. κατ' αντιδιαστολή προς τον εγωισμό.
 
Ανωμοτί  Χωρίς να δοθεί όρκος.
 
Φρέαρ  Το πηγάδι.
Κάθε τεχνητό όρυγμα που οδηγεί σε κοίτασμα μετάλλου ή ορυκτού.
 
Πλείστος  Πάρα πολύς (ως προς την ποσότητα, το πλήθος).
Φρ. (α) ως επί το πλείστον (Θουκ. 4,14) στο μεγαλύτερο ποσοστό, σε πολύ μεγάλο βαθμό, κατά κύριο λόγο (β) κατά το πλείστον (Πολύβιος 11,4,7) κατά το πιο μεγάλο μέρος, στο μεγαλύτερο τμήμα.
Παρ: Οι κάτοικοι τού νησιού είναι κατά το πλείστον ναυτικοί.
(Στον πληθ.) Οι πιο πολλοί.
Φρ. πλείστοι όσοι / πλείστα όσα (όσας πλείστας Ηροδ. 6, 4) πολλοί και διάφοροι ή πολλά και διάφορα.
Παρ: Πλείστοι όσοι εκδηλώνουν κατά καιρούς ενδιαφέρον για την τουριστική αξιοποίηση τής περιοχής μας // Πλείστα όσα παράδοξα συμβαίνουν στην κοινωνία μας.
 
Κάματος  Η σωματική καταπόνηση, που οφείλεται σε σκληρή εργασία.
Παρ.: Δεν υπολόγιζε τον κάματο, προκειμένου να πετύχει στο έργο του.
 
Πανδαιμόνιο  Η κατάσταση στην οποία επικρατούν εκκωφαντικοί θόρυβοι, κυρ. από φωνές, κραυγές και κρότους, σε συνδυασμό με πλήρη σύγχυση και αταξία.
Παρ. Προκαλείται / επακολουθεί πανδαιμόνιο.
 
Υπερπέραν  Ο πέρα από το θάνατο κόσμος, η μεταθανάτια, η άλλη ζωή.
Οτιδήποτε βρίσκεται ή υποθέτουμε ότι βρίσκεται πέρα από το γνωστό κόσμο.
 
Προδόρπιο(ν)  

Ορεκτικό που τρώγεται πριν από το κυρίως δείπνο.


 
Ανυποληψία  Η έλλειψη εκτιμήσεως και αναγνωρίσεως από τους άλλους.
Παρ: Έπεσε σε ανυποληψία λόγω τής συμμετοχής του σε οικονομικά σκάνδαλα.
 
Σημαίνων  Σημαντικός, σπουδαίος.
Παρ: Ένα σημαίνον στέλεχος της κυβερνήσεως. // Μια σημαίνουσα προσωπικότητα τού πνευματικού μας βίου.
 
Πιστοποιητικό  Επίσημο έγγραφο που βεβαιώνει ορισμένη κατάσταση ή γεγονός.
Παρ: Πιστοποιητικό υγείας / γεννήσεως / γάμου.
Φρ. πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων (κυρ. κατά τη μετεμφυλιακή περίοδο) επίσημο έγγραφο με το οποίο πιστοποιούνταν τα πολιτικά φρονήματα και η πολιτική τοποθέτηση κάποιου και το οποίο προσκόμιζε υποχρεωτικά κανείς για την πρόσληψή του στο Δημόσιο ή σε στρατιωτικές υπηρεσίες ώστε να αποκλείονται από τις θέσεις αυτές οι πολίτες αριστερής ιδεολογικής τοποθέτησης.
 
Ανεπίληπτος  Αυτός που δεν έχει τίποτα επιλήψιμο, εναντίον του οποίου δεν μπορεί να διατυπωθεί κατηγορία.
 
Αδυτος  Αυτός στον οποίο δεν μπορεί να εισχωρήσει κανείς, απροσπέλαστος.
'Αδυτο (το) / άδυτα (τα) (α) το εσώτατο μέρος ναού, όπου δεν επιτρέπεται η είσοδος παρά μόνο στους ιερείς (β) (μτφ.) ο χώρος όπου λίγοι μπορούν να εισχωρήσουν, ο απαγορευμένος χώρος.
 
Διάπυρος  (Για υλικά) Αυτός που έχει κοκκινίσει από τη θερμότητα, αυτός που βρίσκεται σε υψηλή θερμοκρασία.
(Μτφ.) Πολύ έντονος, ένθερμος.
Παρ: Ο διάπυρος πόθος του να γυρίσει στην πατρίδα.
 
Υετός  Η βροχή.
 
Δαψιλής  'Αφθονος, πλουσιοπάροχος.
Παρ. Προσφέρω δαψιλή βοήθεια.
(Για πρόσωπα) Γενναιόδωρος, σπάταλος.
 
Νυν  Τώρα, αυτή τη στιγμή.
 
Περιοδικός  Αυτός που προκύπτει ή εμφανίζεται σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Παρ: Περιοδικά φαινόμενα // Ημερήσιος και περιοδικός Τύπος.
Περιοδικός δεκαδικός αριθμός αριθμός τού οποίου μια ομάδα δεκαδικών ψηφίων επαναλαμβάνεται συνεχώς και με την ίδια σειρά έπειτα από μια θέση, π.χ. ο αριθμός 64,321321321... ή 8,45313131...
(Χημ.) Περιοδικό σύστημα / Περιοδικός πίνακας των στοιχείων πίνακας κατατάξεως των χημικών στοιχείων σε κάθετες και οριζόντιες στήλες, με βάση την κατά τακτά διαστήματα εμφάνιση ανάλογων ιδιοτήτων σε αυτά (περιοδικός νόμος), όταν κατατάσσονται κατ' αύξοντα ατομικό αριθμό. Εφευρέτης του ήταν ο Ρώσος Ντμίτρι Μεντελέγεφ.
 
Διορατικότητα  Η ικανότητα να προβλέπει κανείς την έκβαση των πραγμάτων, να αντιλαμβάνεται από το παρόν τι θα συμβεί στο μέλλον.
 
Σμύρνα  Μικρό αγκαθωτό δέντρο, το οποίο εκκρίνει αρωματικό ρετσίνι.
(Συνεκδ.) Το αρωματικό ρετσίνι που παράγεται από το παραπάνω φυτό και αποτέλεσε το περίφημο μύρο, το οποίο, σύμφωνα με την Κ.Δ., προσφέρθηκε στον νεογέννητο Χριστό και σήμερα χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία και τη φαρμακευτική.
Το ψάρι σμέρνα.
 
Ακόρεστος  Αυτός που δεν έχει χορτάσει ή δεν μπορεί να χορτάσει.
Παρ: Ακόρεστη δίψα / όρεξη.
(Μτφ.) Αυτός που δεν ικανοποιείται εύκολα.
Παρ: Ακόρεστο πάθος. Ακόρεστη  περιέργεια / φιλοδοξία.
 
Φαρισαίος  (Θρησκ.) Μέλος ιουδαϊκής θεοκρατικής μερίδας, που επιδίωκε την πιστή τήρηση τού Μωσαϊκού Νόμου και στην Κ.Δ. χαρακτηρίζεται από υποκριτική θεοσέβεια.
Ο υποκριτής, κυρ. αυτός που εμμένει στην τήρηση των τύπων αδιαφορώντας για την ουσία.
Φρ. (ειρων.) Γραμματείς και Φαρισαίοι (ως χαρακτηρισμός) (i) για πρόσωπα που έχουν τυπολατρική και υποκριτική συμπεριφορά, που άλλα διακηρύσσουν και άλλα πράττουν (ii) γραφειοκράτες, τυπολάτρες.
 
Εγκάθετος  Αυτός που σκόπιμα τοποθετείται κάπου, εκτελώντας πιστά συγκεκριμένες εντολές, συνήθως για την επιδοκιμασία ή την αποδοκιμασία πολιτικών προσώπων.
Παρ. Τραμπουκισμοί από εγκαθέτους του κόμματος.
 
Χοηφόρος  Αυτός που μεταφέρει χοές στους νεκρούς.
Παρ: Η τραγωδία "Χοηφόροι" τού Αισχύλου.