Δικανικός  Αυτός που αναφέρεται σε δίκη ή δικαστήριο.
Παρ: Δικανικός κλάδος / λόγος.
Δικανική πάλη / σταδιοδρομία.
 
Μιθριδατισμός  Ο βαθμιαίος εθισμός τού οργανισμού σε ολοένα ισχυρότερες δόσεις δηλητηρίου. (Η λέξη αναφέρεται στον Μιθριδάτη ΣΤ' (περ. 132-63 π.Χ.), βασιλιά τού Πόντου, για τον οποίο οι παλαιότεροι ιστορικοί αφηγούνταν ότι δηλητηρίαζε τον εαυτό του, χορηγώντας του βαθμιαίως αυξανόμενες (μη θανατηφόρες) τέτοιες ουσίς, μέχρις ότου απέκτησε ανοσία).
 
Περικόχλιο  Το μεταλλικό, κυρ. κυλινδρικό εξάρτημα, με το οποίο στερεώνεται στη θέση της η βίδα. το παξιμάδι.
 
Τορεύς  Αυτός που κατεργάζεται μέταλλα ή σκληρά υλικά, δημιουργώντας ανάγλυφα έργα (μικροτεχνίας κ.λπ.), κομψοτεχνήματα.
 
Προσκόπτω  (+ σε) Σκοντάφτω (πάνω σε κάτι). (κυρ. μτφ.) προσκρούω (σε εμπόδιο που αναστέλλει την πορεία ή την προσπάθειά μου).
Παρ.: Οι προσπάθειες ειρήνευσης προσκόπτουν στην ανυποχώρητη στάση και των δύο κυβερνήσεων.
 
Ιστίο  Το πανί των ιστιοφόρων πλοίων.
 
Ανδράποδο  (Συν. στην αρχαιότητα) Ο αιχμάλωτος πολέμου που πουλιόταν ως δούλος.
Ανελεύθερο άτομο.
Ο άνθρωπος που στερείται αξιοπρέπειας και αυτοβουλίας και κατευθύνεται από άλλους.
Παρ: Κατήγγειλε ότι οι πολιτικοί έχουν καταντήσει να είναι ανδράποδα των οικονομικών συμφερόντων.
 
Ηδύφωνος  Αυτός που έχει γλυκιά, ευχάριστη στο άκουσμα φωνή.
Παρ. Ηδύφωνος αοιδός.
 
Μάγιστρος  (Ιστ.) 1. Ανώτατος δημόσιος υπάλληλος στο αρχαίο ρωμαϊκό κράτος.
Ανώτατος αξιωματούχος στην πολιτική και στρατιωτική ιεραρχία τού Βυζαντίου.
 
Πελατειακός  Αυτός που σχετίζεται με την πελατεία ή τον πελάτη.
(Ειδικότ. κακόσ.) Αυτός που σχετίζεται με την αθέμιτη εξυπηρέτηση προσώπων με αντάλλαγμα την παροχή υποστήριξης από αυτούς.
Παρ: Πελατειακές σχέσεις (οι σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στα πολιτικά κόμματα και στους ψηφοφόρους τους, όταν ως αντάλλαγμα ή προϋπόθεση τής ψήφου τίθεται η ικανοποίηση αιτημάτων για προσωπική εξυπηρέτηση των ψηφοφόρων // Πελατειακό σύστημα / δίκτυο // Πελατειακή πρακτική.
 
Σμύρνα  Μικρό αγκαθωτό δέντρο, το οποίο εκκρίνει αρωματικό ρετσίνι.
(Συνεκδ.) Το αρωματικό ρετσίνι που παράγεται από το παραπάνω φυτό και αποτέλεσε το περίφημο μύρο, το οποίο, σύμφωνα με την Κ.Δ., προσφέρθηκε στον νεογέννητο Χριστό και σήμερα χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία και τη φαρμακευτική.
Το ψάρι σμέρνα.
 
Χους  Το χώμα.
Το υλικό το οποίο ο Θεός χρησιμοποίησε, για να δημιουργήσει τον άνθρωπο.
 
Παρεμπιπτόντως  Παρενθετικά. εισάγει κάτι που λέγεται επ' ευκαιρία και παρεκκλίνοντας από το κύριο θέμα για το οποίο γίνεται λόγος.
 
Ιθύνω  Κατευθύνω, καθοδηγώ.
 
Διόπτρα  Οπτικό όργανο που αποτελείται από σύστημα ειδικών φακών για την παρατήρηση μακρινών αντικειμένων.
Το αστρονομικό τηλεσκόπιο τού εξάντα.
(Στον πληθ. διόπτρες) Το ζεύγος των φακών που φορούν όσοι έχουν ελαττωματική όραση ή για την προστασία των ματιών από το φως τού ηλίου, τα γυαλιά.
 
Δίκην  Όπως ακριβώς, σαν.
Παρ: Αν και υπάλληλος συμπεριφερόταν στο κατάστημα δίκην ιδιοκτήτου.
 
Βάναυσος  Αυτός που χαρακτηρίζεται από έλλειψη λεπτότητας, από τραχύτητα, βίαιους τρόπους.
Παρ. Βάναυσος άνθρωπος / συμπεριφορά.
 
Περίσσεια  (Χωρ. πληθ.) 1. Το πλεόνασμα, η ποσότητα που περισσεύει.
Η ύπαρξη μεγάλων ποσοτήτων από (κάτι), αφθονία.
Παρ: Περίσσεια αγαθών.
 
Μετριοπάθεια  Το να είναι κανείς μετριοπαθής, να αποφέυγει τις ακραίες θέσεις και την αδιαλλαξία.
Παρ: Τον χαρακτηρίζει η μετριοπάθεια
 
Μετρονόμος  

(ο/η) 1. Πρόσωπο που ασχολείται συστηματικά με τη μελέτη των μέτρων και των σταθμών.


(Μουσ.) Μετρονόμος (ο) ωρολογιακός ή ηλεκτρικός μηχανισμός για τη μέτρηση ισόχρονων διαστημάτων και των διαφόρων ταχυτήτων τής ρυθμικής αγωγής.
 
Πρεσβυγενής  (Για πρόσ.) Ο πρωτότοκος, ο μεγαλύτερος σε ηλικία.
(Γενικότ.) Ο αρχαιότερος.
Παρ: Τα τέσσερα πρεσβυγενή πατριαρχεία (Κωνσταντινουπόλεως,  Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων).
 
Παντογράφος  (Τεχνολ.) Ειδική συσκευή με την οποία επιτυγχάνεται η ακριβής μηχανική αντιγραφή σχεδίου ή εικόνας, ακόμη και τρισδιάστατων μορφών, στην ίδια ή σε διαφορετική κλίμακα από την αρχική.
 
Στωικός  Αυτός που σχετίζεται με τον στωικισμό και τους στωικούς φιλοσόφους.
(Ως ουσ.) Φιλόσοφος που ανήκει σε αυτή τη σχολή ή οπαδός του στωικισμού.
(Μτφ.) Αυτός που χαρακτηρίζεται από απάθεια στις συγκινήσεις ή τα εξωτερικά ερεθίσματα (κυρ. σε δυσάρεστες καταστάσεις), που αντιμετωπίζει τη ζωή και τα προβλήματά της με καρτερία, αταραξία και στοχαστική διάθεση.
Παρ: Στωικό ύφος.
 
Υψίφωνος  Αυτός που διαθέτει φωνή μεγάλου ύψους.
Υψίφωνος (ο/η) η ερμηνεύτρια (ή σπανιότ. ο ερμηνευτής) λυρικού τραγουδιού, η φωνή τής οποίας (του οποίου) έχει μεγάλο ύψος.
Παρ: Τον ρόλο τής Νόρμα ερμήνευσε απαράμιλλα η υψίφωνος Μαρία Κάλλας.
 
Χίμαιρα  (Μυθολ.) Τέρας με σώμα κατσίκας, κεφάλι λιονταριού και ουρά που κατέληγε σε κεφάλι φιδιού, το οποίο σκότωσε ο Βελλερεφόντης.
(Μτφ.) Προϊόν τής φαντασίας, επιθυμία που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί.
Παρ: Κυνηγώ χίμαιρες // Η χίμαιρα τού απολύτου / τού καλού / τής ευτυχίας.
(Βιολ.) Κάθε οργανισμός ή ιστός που έχει προκύψει από τον συνδυασμό δύο ή περισσοτέρων τύπων κυττάρων με άλλη γενετική προέλευση.
(Ζωολ.) Ψάρι με παράξενη όψη, μικρόστενο σώμα, ασημί ή σκούρο χρώμα και με ουρά που μοιάζει με μαστίγιο.
 
Προσωποπαγής  (Νομ.) Αυτός που συνδέεται αποκλειστικά με συγκεκριμένο πρόσωπο.
Αυτός που συνδέεται στενά με κάποιο πρόσωπο.
Παρ.: Προσωποπαγή κόμματα (που στηρίζονται στο προσωπικό κύρος και την προσωπικότητα τού αρχηγού τους και όχι τόσο στις συλλογικές διαδικασίες).
 
Περίοικος  Αυτός που διαμένει δίπλα σε (κάποιον), ο γείτονας.
Παρ. Οι περίοικοι τής πολυκατοικίας.
(Στην αρχαία Σπάρτη) Πολιτικά και οικονομικά υποδεέστερος Σπαρτιάτης, που κατοικούσε στα ορεινά και στα παράλια γύρω από τη Σπάρτη.
 
Ουρανομήκης  Αυτός που εκτείνεται σε τόσο μεγάλο μήκος ή ύψος, ώστε να δίνει την εντύπωση ότι φθάνει μέχρι τον ουρανό.
Παρ.: Ουρανομήκεις φλόγες / κραυγές.
 
Αρωγή  Η βοήθεια.
Παρ. Παρέχω / προσφέρω πολύτιμη αρωγή.
(Συνεκδ.) Οτιδήποτε έρχεται προς ενίσχυση και επικουρία, οτιδήποτε αποτελεί βοήθεια.
 
Νήνεμος  Αυτός τον οποίο δεν έχει διαταράξει από την ηρεμία του ο άνεμος.
Παρ.: Νήνεμος θάλασσα.
 
Λέκτορας  Μέλος τού διδακτικού ερευνητικού προσωπικού (Δ.Ε.Π.) πανεπιστημίου, που ανήκει στην κατώτερη από τις τέσερεις βαθμίδες τής πανεπιστημιακής ιεραρχίας.
(Στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία) Ο αναγνώστης κειμένου με διδακτικό χαρακτήρα.
 
Λάθρα  Χωρίς να γίνεται κανείς αντιληπτός.
Παρ. Εισέβαλαν λάθρα στη χώρα.
 
Κτίση  Η ανέγερση οικοδομήματος ή η ίδρυση πόλεως.
Παρ. Από κτίσεως Ρώμης (753π.Χ. - αφετηρία χρονικής μέτρησης των αρχαίων Ρωμαίων).
Η δημιουργία τού κόσμου από τον Θεό.
(Συνεκδ. με κεφ.) Η φύση, το σύμπαν, η οικουμένη, ό,τι έπλασε ο Θεός.
 
Λειψανδρία  Η έλλειψη ανδρών.
(Ειδικότ.) Η έλλειψη ικανών προσώπων.
Παρ. Η χώρα πάσχει από λειψανδρία. εξέλιπαν οι χαρισματικές προσωπικότητες του παρελθόντος.
 
Λυρισμός  Η ιδιότητα τού λυρικού στην ποίηση, το να εκφράζονται ποιητικώς προσωπικά συναισθήματα και ευαισθησίες τού δημιουργού.
Η χρήση ποιητικού ύφους (στον πεζό λόγο, τον κινηματογράφο κ.αλλού).
 
Απτός  Αυτός που μπορεί να τον αγγίξει κανείς με τα χέρια του. (κατ' επέκτ.) όχι αφηρημένος, συγκεκριμένος.
Παρ.: Έχω απτές αποδείξεις για όσα σου λέω. // Απτή πραγματικότητα. // Απτά δείγματα.
 
Μωρόπιστος  Αυτός που είναι εύπιστος (από ακρισία ή έλλειψη πείρας).
Παρ. Μην είσαι μωρόπιστος και μην παρασύρεσαι από τις υποσχέσεις των δημαγωγών.
 
Πατριδοκαπηλία  Η σκόπιμη συναισθηματική φόρτιση τού λαού σχετικά με εθνικά θέματα για την επίτευξη ιδιοτελών σκοπών, ατομικών συμφερόντων.
Παρ.: Πολιτικοί που επιδίδονται στην πατριδοκαπηλία, για να αναρριχηθούν στην εξουσία.
 
Προδικάζω  Κρίνω (κάποιον/κάτι) εκ των προτέρων, εκφέρω γνώμη (για ζήτημα τού οποίου η έκβαση δεν είναι ακόμη γνωστή).
(Συνήθ. μτφ.) Καθορίζω εκ των προτέρων.
Παρ.: Προδικάζω το αποτέλεσμα / τη στάση.
 
Σπάνις  (Χωρ. πληθ.) Η σπανιότητα, η ανεπάρκεια των αγαθών ή των προσώπων που απαιτούνται για την κάλυψη των υπαρχουσών αναγκών.
Παρ: Σπάνις τροφίμων. // Η σπάνις ικανών υποψηφίων.