Αρχέτυπος  Αυτός που διαμορφώθηκε ήδη από την αρχή και μπορεί να αποτελέσει πρότυπο. (συχνά το ουδ. ως ουσ., αρχέτυπο, το).
Παρ. Στους αρχαίους μύθους βρίσκουμε πολλά αρχέτυπα ανθρώπινης συμπεριφοράς.
('Εντυπο) που τυπώθηκε στα πρώτα στάδια εμφανίσεως τής τυπογραφίας (1450-1501 περ.).
 
Απειρόκαλος  Αυτός που δεν έχει καλαισθησία, που δεν έχει αίσθηση του ωραίου.
Παρ: Ο απειρόκαλος άνθρωπος στερείται της απολαύσεως τής μεγάλης τέχνης.
 
Διακοίνωση  Επίσημο διπλωματικό έγγραφο που αποστέλλεται στην ανώτατη αρχή χώρας ή διπλωματικού φορέα για τη γνωστοποίηση κρίσιμων θέσεων και αποφάσεων.
Παρ. Διακοίνωση της ελληνικής κυβερνήσεως.
"Η πρεσβεία μας στην 'Αγκυρα δίνει μια ρηματική διακοίνωση στο τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών" (εφημερίδα).
(Γενικότερα) Δημόσια ανακοίνωση σημαντικών θέσεων ή αποφάσεων.
 
Πέρμιος  Αυτός που σχετίζεται με το Πέρμιο.
Πέρμιο (το) το διάστημα τού γεωλογικού χρόνου που άρχισε 280 και τελείωσε 250 εκατομμύρια χρόνια πριν.
 
Υποτίμηση  Η μείωση τής αξίας.

2. (Ειδικότ.) Η πτώση τής συναλλαγματικής αξίας εθνικού νομίσματος σε σχέση με άλλα εθνικά νομίσματα κάτω από το επίπεδο στο οποίο βρισκόταν.
Παρ: Νομισματική υποτίμηση.


(Μτφ.) Η απόδοση μικρότερης αξίας ή σημασίας σε (κάποιον/κάτι).
Παρ: Υποτίμηση αντιπάλου / των ικανοτήτων κάποιου.
 
Ουτιδανός  Ανάξιος λόγου, αυτός που δεν διαθέτει κύρος ή σπουδαιότητα.
 
Εκτενής  Αυτός που απλώνεται σε μεγάλη έκταση.
Παρ: Εκτενής μελέτη / αναφορά / έρευνα / περιγραφή / ανάλυση.
 
Εγκαθιδρύω  Ιδρύω (κάτι) σε συγκεκριμένο τόπο.
(Για θεσμούς, πολιτεύματα κ.λπ.) Θεσμοθετώ και θέτω σε ισχύ.
Παρ. Εγκαθιδρύω καθεστώς τρόμου / δημοκρατία / τυραννία.
 
Προοικονομώ  Προετοιμάζω τον αναγνώστη ή θεατή (για γεγονός που πρόκειται να ακολουθήσει).
Παρ: Η αναφορά στην αρρώστια της ηρωίδας προοικονομεί το δραματικό φινάλε.
 
Ρότορας  (Τεχνολ.) Το περιστρεφόμενο πηνίο ηλεκτρικού κινητήρα, γεννήτριας ή η περιστρεφόμενη πλάκα πυκνωτή. αλλιώς δρομέας, οπλισμός, στροφείο.
 
Ασύστολος  Αυτός που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ντροπής, που δεν περιορίζεται από ηθικούς φραγμούς.
Παρ: Ασύστολο ψεύδος // ασύστολη δημαγωγία / συκοφαντία / εκμετάλλευση.
Ασύστολα / ασυστόλως επίρρ.
 
Αποφατικός  Αυτός που δηλώνει ή περιέχει άρνηση.
Παρ.: Αποφατικές προτάσεις (ιδ. στη Λογική και τη Γραμματική). // Αποφατικά μόρια.
 
Δοκίμιο  Αρχικό σχεδίασμα κειμένου, δοκιμαστικό έργο.
Κείμενο, περιορισμένης συνήθ. εκτάσεως που πραγματεύεται συγκεκριμένο θέμα (από διάφορους χώρους, κοινωνία, επιστήμη, πολιτική, τέχνη κ.λπ.) χωρίς να το εξαντλεί και το οποίο αποδίδει με σαφήνεια τις απόψεις του γράφοντος.
 
Παλλάδιο  Ειδώλιο της Παλλάδας Αθηνάς, το οποίο πιστευόταν ότι προστάτευε την πόλη των Αθηνών.
(Μτφ.) Οτιδήποτε λειτουργεί ως προστατευτικό μέσο.
Παρ: Οι συνταγματικές ελευθερίες συνιστούν το παλλάδιο της δημοκρατίας.
Μεταλλικό στοιχείο (σύμβολο Pd), το ελαφρύτερο και πιο εύτηκτο στοιχείο της οικογένειας του λευκόχρυσου.
 
Σταθμητός  Αυτός που μπορεί να σταθμιστεί, να υπολογιστεί.
Παρ: Σταθμητός παράγων.
 
Ληκτικός  Αυτός που βρίσκεται στο τέλος.
Παρ.: Ληκτικό σύμφωνο μιας λέξης.
 
Φέρελπις  Αυτός που δημιουργεί δικαιολογημένες προσδοκίες σχετικά με το μέλλον και την εξέλιξή του.
Παρ. Φέρελπις νέος/ πρωτοβουλία.
 
Μαρμαρυγίας  (Ορυκτ.) Πέτρα με κρυσταλλική δομή και μορφή λεπτού φύλλου, η οποία εμφανίζεται σε διάφορα χρώματα και λόγω τής ιδιαίτερης λάμψης και τής διαφάνειάς της χρησιμοποιήθηκε παλαιότ. αντί για γυαλί.
 
Πάτρωνας  (Ιστ.) (στην αρχαία Ρώμη) Υψηλά ιστάμενο πρόσωπο, συνήθ. πατρίκιος, που προστάτευε (νομικά ή κυρ. οικονομικά) άτομο κατώτερης κοινωνικής τάξης, απελεύθερο κ.λπ.
Πρόσωπο που έχει υπό την προστασία του άλλο πρόσωπο (ή ομάδα), παρέχοντας νομική και οικονομική κάλυψη.
(Ειδικότ.-κακόσ.) Πρόσωπο που δεν εμφανίζεται συχνά στο προσκήνιο, ωστόσο καθοδηγεί και ελέγχει τη δράση άλλων.
Παρ: Οι πάτρωνες τής πολιτικής / των κομμάτων.
 
Τιμάριθμος  (Χωρ. πληθ.) (Οικον.) Ο δείκτης μετρήσεως τού κόστους διαβιώσεως, που βασίζεται στις μεταβολές των τιμών των αγαθών ανάμεσα σε δύο χρονικές περιόδους.
Παρ: 'Ανοδος / πτώση τού τιμαρίθμου.
 
Ελεγειακός  Αυτός που σχετίζεται με την ελεγεία.
Παρ: Ελεγειακή ποίηση.
(Μτφ.) Αυτός που έχει το μελαγχολικό ύφος της ελεγείας.
Παρ: Ελεγειακή ταινία.
(Ως ουσ.) Ελεγειογράφος.
 
Ακόρεστος  Αυτός που δεν έχει χορτάσει ή δεν μπορεί να χορτάσει.
Παρ: Ακόρεστη δίψα / όρεξη.
(Μτφ.) Αυτός που δεν ικανοποιείται εύκολα.
Παρ: Ακόρεστο πάθος. Ακόρεστη  περιέργεια / φιλοδοξία.
 
Πρίαμος  Ο βασιλιάς τής Τροίας κατά τον Τρωικό Πόλεμο, ο πατέρας τού Έκτορα και τού Πάρη.
 
Εκλιπών  (Μτχ. του ρήματος εκλείπω) Πρόσωπο που έφυγε από τη ζωή.
Παρ: Ο εκλιπών ήταν αξιαγάπητος άνθρωπος // Η εκλιπούσα μάς είχε συχνά συμπαρασταθεί.
 
Σταχανοβισμός  Σύστημα που αναπτύχθηκε στη Σοβιετική 'Ενωση στο πλαίσιο τής σοσιαλιστικής άμιλλας και αποσκοπούσε στην αύξηση τής βιομηχανικής παραγωγής πέρα από τις προβλεπόμενες νόρμες.
 
Χρηματαγορά  Το σύνολο των κανονισμών, των μεθόδων και των οργανισμών (τράπεζες, επιχειρήσεις, το κράτος), που έχουν σκοπό να ενισχύσουν τη βραχυπρόθεσμη κίνηση κεφαλαίων με κύρια οικονομικά μέσα τις συναλλαγματικές και τα κρατικά ομόλογα.

2. (Ειδικότ.) Το χρηματιστήριο.
Παρ: Η πορεία τής τιμής του δολαρίου στις διεθνείς χρηματαγορές.


 
Προλεγόμενα  (Σε βιβλίο) ο πρόλογος, η εισαγωγή, οι προκαταρκτικές παρατηρήσεις.
Παρ.: Τα προλεγόμενα που έγραψε ο Κοραής στους "Βίους" τού Πλουτάρχου.
 
Νοούμενο  (Φιλοσ.) Αυτό που συλλαμβάνεται, που γίνεται αντιληπτό μόνο με το νου, το προσιτό μόνο μέσω της νοητικής ικανότητας, χωρίς την παρεμβολή των αισθήσεων. η καθαρή ουσία χωρίς πρόσμειξη στοιχείων τής εμπειρίας.
 
Ευήκοος  Αυτός που έχει οξεία ακοή, που ακούει καλά κυρ. στη φρ. τείνω / στρέφω ευήκοον ους ακούω με ευμένεια, με ευνοϊκή διάθεση (κάποιον).
Παρ: Τείνω ευήκοον ους στα αιτήματα μιας κατηγορίας εργαζομένων.
 
Διανοητής  Ο άνθρωπος που καταπιάνεται με τη μελέτη γενικότερων πνευματικών προβλημάτων.
Παρ. Θεωρούσε τον Ελευθέριο Παπανούτσο ως έναν από τους οξυδερκέστερους 'Ελληνες διανοητές του καιρού του.
 
Δόλιχος  (Στην αρχαιότητα) Δρόμος αντοχής μεγάλων αποστάσεων και μονάδα μήκους που ισοδυναμούσε με δώδεκα στάδια.
 
Ωκεάνιος  Αυτός που σχετίζεται με τον ωκεανό.
Παρ. Ωκεάνια αύλακα / τάφρος / λεκάνη (μεγάλη έκταση του πυθμένα των ωκεανών). // Ωκεάνιο βύθισμα / οροπέδιο.
 
Κλειδούχος  Ο φύλακας που κρατάει τα κλειδιά κτηριακού συγκροτήματος.
Ο σιδηροδρομικός υπάλληλος που ρυθμίζει με ειδικά κλειδιά τη θέση των σιδηροτροχιών.
 
Πυθαγόρας  Αρχαίος 'Ελληνας φιλόσοφος και μαθηματικός από τη Σάμο (6ος αι. π.Χ.).

 


 
Πνευμονία  (Ιατρ.) Η οξεία φλεγμονή των πνευμόνων, που οφείλεται σε μικρόβια ή ιούς και εκδηλώνεται με υψηλό πυρετό, δύσπνοια, βήχα.
 
Πέλλα  Η σημαντικότερη πόλη τής αρχαίας Μακεδονίας, η νεότερη (μετά τις Αιγές) πρωτεύουσα των Μακεδόνων βασιλέων και γενέτειρα τού Μ. Αλεξάνδρου.
Κωμόπολη τής Κ. Μακεδονίας.
 
Παλαίστρα  Ο υπερυψωμένος και περιφραγμένος χώρος μέσα στον οποίο διεξάγεται το αγώνισμα τής πάλης.
(Μτφ.) Το πεδίο αναμέτρησης (πολιτικής, πνευματικής κ.λπ.).
 
Σύμφυση  Η φυσική ένωση σε ενιαίο σώμα.
Παρ: Σύμφυση κρυστάλλων / διαφορετικών ορυκτών (λ.χ. τής ταυτόχρονης κρυστάλλωσής τους).
(Ανατ.) (α) Η φυσική ένωση δύο οστών ή μερών οστών (β) άρθρωση που ενώνει δύο οστά (με ινώδη χόνδρο).
Η συγκόλληση μερών γειτονικών οργάνων, λ.χ. ύστερα από εγχείρηση.
 
Τροχήλατος  Αυτός που κινείται με τροχούς, που χρησιμοποιεί τροχούς για την κίνησή του.
Παρ: Τροχήλατο όχημα.
 
Υπερόπτης  Ο υπερβολικά και παράλογα περήφανος, αυτός που συμπεριφέρεται με οίηση και αλαζονεία.