Μακρόπνοος  (Μτφ.) Αυτός που έχει μεγάλη διάρκεια ή που απαιτεί πολύ χρόνο για να πραγματοποιηθεί.
(Κατ' επέκτ.) Αυτός που έχει υψηλούς και δύσκολους στόχους.
 
Πυλάδης  (Μυθολ.) Εξάδελφος και φίλος τού Ορέστη, σύζυγος τής Ηλέκτρας.
 
Μακιαβελισμός  (Χωρ. πληθ.) 1. Πολιτικό δόγμα που διατύπωσε και υποστήριξε ο Ιταλός πολιτικός Νικολό Μακιαβέλλι, σύμφωνα με το οποίο η άσκηση τής εξουσίας απο τον ηγεμόνα γίνεται με κάθε δυνατό μέσο και χωρίς κανέναν ηθικό φραγμό, προκειμένου να κρατηθεί στην εξουσία και να την επεκτείνει, στο μέτρο τού δυνατού.
(Κατ' επέκτ.) Η χρήση μηχανορραφιών στην άσκηση πολιτικής, ο πολιτικός ρεαλισμός που φθάνει στα όρια τού κυνισμού.
 
Μαντινάδα  Αυτοσχέδια, κατά κανόνα ομοιοκατάληκτα δίστιχα με ερωτικό, περιπαικτικό, λυπητερό ή εύθυμο περιεχόμενο, που τραγουδιούνται συνήθ. με συνοδεία λύρας και λαγούτου στην Κρήτη.
 
Μεσαίωνας  (Χωρ. πληθ.) 1. (Ιστ.) Η περίοδος τής δυτικής ευρωπαϊκής ιστορίας, που κατά κανόνα τοποθετείται ανάμεσα στον 5ο και τον 15ο αι., δηλ. από την κατάλυση τού Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους (5ος αι.) μέχρι την Αναγέννηση (η περίοδος αυτή έχει γίνει συνώνυμη τής οπισθοδρόμησης και τού σκοταδισμού, επειδή θεωρείται ότι τότε επικράτησε πνευματική στασιμότητα, αυστηρή θεοκρατία με απαγόρευση τής έρευνας και τής αμφισβήτησης, προλήψεις και δεισιδαιμονίες κ.ά.. ωστόσο, αρκετοί ειδικοί μελετητές αμφισβητούν αυτή τη θεώρηση τού Μεσαίωνα, την οποία αποδίδουν στην άγνοια μας γι' αυτή. ο όρος χρησιμοποιήθηκε και για το Βυζάντιο, ωστόσο αποδείχθηκε από νεότερες έρευνες ότι μεσαίωνας με την παραπάνω σημασία δεν υπήρξε στο Βυζάντιο).
(Μτφ.-Μειωτ.) Η κατάσταση οπισθοδρόμησης και σκοταδισμού.
 
Βαυκαλίζω  Εξαπατώ, παρασύρω σε σφαλερό δρόμο.
Παρ: Βαυκαλίζει τον ελληνικό λαό με ψεύτικες υποσχέσεις.
(Βαυκαλίζομαι) Ξεγελώ τον εαυτό μου με ψεύτικες προσδοκίες.
Παρ. Βαυκαλιζότανμε την ιδέα ότι θα έβρισκε υποστήριξη στις πρωτοβουλίες του.
 
Διακοίνωση  Επίσημο διπλωματικό έγγραφο που αποστέλλεται στην ανώτατη αρχή χώρας ή διπλωματικού φορέα για τη γνωστοποίηση κρίσιμων θέσεων και αποφάσεων.
Παρ. Διακοίνωση της ελληνικής κυβερνήσεως.
"Η πρεσβεία μας στην 'Αγκυρα δίνει μια ρηματική διακοίνωση στο τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών" (εφημερίδα).
(Γενικότερα) Δημόσια ανακοίνωση σημαντικών θέσεων ή αποφάσεων.
 
Ηδυπαθής  Αυτός που εκπέμπει ερωτισμό, που προκαλεί ερωτικό πόθο.
Παρ. Ηδυπαθές βλέμμα // Το ηδυπαθές άγγιγμα των εραστών.
 
Μικρόνους  Αυτός που χαρακτηρίζεται από περιορισμένη διανοητική ικανότητα.
 
Αλυτάρχης  Ο επόπτης της τάξεως σε αγώνες.
 
Έκτοτε  Από εκείνη τη χρονική στιγμή, από τότε.
Παρ: Έκτοτε δεν τον ξανασυνάντησα ποτέ.
 
Ιμάτιο  (Κατά την αρχαιότητα) Ρούχο που φοριόταν πάνω από χιτώνα ή πέπλο.
 
Πανδέκτης  Αυτός που δέχεται μέσα του τα πάντα.
Παρ.: Η ομάδα αίματος ΑΒ είναι πανδέκτης.
Το βιβλίο που αποτελεί συλλογή (αποφθεγμάτων, διαφόρων πληροφοριών κ.λπ.).
(Νομ.) Συλλογή νόμων ή νομικών κειμένων.
(Με κεφ.) Λειτουργικό βιβλίο της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
 
Τύρφη  (Χωρ. πληθ.) (Γεωλ.) Οργανικό καύσιμο με μαύρο ή καστανό χρώμα, που σχηματίζεται από τη συσσώρευση και τη μερική αποσύνθεση των φυτικών υπολειμμάτων.
 
Πτερόσαυρος  Κάθε ιπτάμενο ερπετό τού μεσοζωικού αιώνα, που ανήκει σε τάξη από την οποία πιστεύεται ότι προήλθαν τα πτηνά.
 
Λεπτοτέχνημα  Το αντικείμενο που είναι κατεργασμένο με πολλή προσοχή, με καλλιτεχνική ευαισθησία.
 
Υποβλέπω  Βλέπω (κάποιον) όχι με καλό μάτι, δυσπιστώ απέναντι σε (κάποιον) ή και φθονώ (κάποιον).
(Κατ' επέκτ.) Επιδιώκω να αποκτήσω (κάτι) με έμμεσο ή αθέμιτο τρόπο.
Παρ: Υποβλέπει τη θέση μου.
 
Παρνασσισμός  (Φιλολ.) Ποιητικό ρεύμα που εμφανίστηκε στη Γαλλια κατά τη δεκαετία τού 1860 και κυριάρχησε ώς το τέλος τού 19ου αι., αναζητούσε την ποιητική έμπνευση στον αρχαίο ελληνικό και ρωμαϊκό πολιτισμό και επιδίωκε την αυστηρή τήρηση των στιχουργικών κανόνων και την άψογη μορφική επεξεργασία τού στίχου.
 
Ήλος  Το καρφί, συνήθως στη φράση επί (εις) τον τύπον των ήλων (εις τον τύπον των ήλων, Ιωάνν. 20,25) στο αποτύπωμα των καρφιών (πάνω στο σώμα του Χριστού).
(Μτφ.) Στο σημείο, θέμα κ.λπ. που κυρίως ενοχλεί, που μαρτυρεί μια δυσάρεστη ή οδυνηρή κατάσταση.
Παρ. Πρέπει να βάλουμε το δάκτυλο επί τον τύπο των ήλων, αντικρίζοντας κατάματα το πρόβλημα των ναρκωτικών.
 
Αποκύημα  Το δημιούργημα, το γέννημα, κυρ. στη φρ. αποκύημα της φαντασίας (κάποιου) το επινόημα, ό,τι υπάρχει μόνο στη φαντασία κάποιου.
Παρ: Τα όσα ψευδή διαδίδει δεν είναι παρά αποκύημα της νοσηρής του φαντασίας.
 
Χοϊκός  Αυτός που έχει πλαστεί ή κατασκευαστεί από χώμα.
 
Παλαιογραφία  (Χωρ. πληθ.) (Φιλολ.) Ο κλάδος που έχει ως αντικείμενο την ανάγνωση, τη χρονολόγηση και τον προσδιορισμό τής προελεύσεως των γραπτών κειμένων παλαιότερων εποχών, τα οποία σώζονται σε παπύρους, περγαμηνές ή χαρτί.
 
Μαοϊσμός  (Πολιτ.) Πολιτική θεωρία και στρατηγική που εφάρμοσε ο Κινέζος επαναστάτης και πολιτικός Μάο Τσε-τουνγκ (1893-1976), η οποία βασιζόταν στον μαρξισμό-λενινισμό, οδηγώντας στη διεξαγωγή αγώνων εναντίον τού ιμπεριαλισμού και τη διατύπωση ιδιαίτερης άποψης για την οικοδόμηση τού σοσιαλισμού.
 
Διφυής  Αυτός που έχει δύο μορφές, δισυπόστατος.
 
Διάδικος  Καθένα από τα πρόσωπα που μετέχουν σε δικαστικό αγώνα από τη θέση είτε του κατηγορουμένου (εναγομένου) είτε του κατηγόρου (ενάγοντος).
 
Χαλαζίας  (Χωρ. πληθ.) (γεωλ.) Πολύ διαδεδομένο ορυκτό, που αποτελείται κυρ. από διοξίδιο του πυριτίου με απειροελάχιστες προσμείξεις λιθίου, νατρίου, καλίου και τιτανίου και του οποίου πολλές ποικιλίες, όπως η ορεία κρύσταλλος, ο αμέθυστος κ.ά., θεωρούνται πολύτιμοι ή ημιπολύτιμοι λίθοι.
 
Περιθωριοποίηση  (Χωρ. πληθ.) (Κοινωνιολ.) 1. Κοινωνικό φαινόμενο που απαντά σε πολλές κοινωνίες και κυρ. στις σύγχρονες ανεπτυγμένες κοινωνίες, κατά το οποίο τμήματα τού πληθυσμού δεν καταφέρνουν να απολαμβάνουν τα δικαιώματα που η κοινωνία παραχωρεί στα μέλη της.
(Ειδικότ.) Η εκούσια ή ακούσια ενσωμάτωση κάποιου στο κοινωνικό περιθώριο.
Η απώλεια τής σημαντικής θέσης που έχει κάποιος και ο περιορισμός του σε ασήμαντο ρόλο.
Παρ: Η απομονωτική πολιτική οδήγησε αυτή τη χώρα στην περιθωριοποίηση.
 
Ηθολογία  (Γενικά) Ο λόγος, η συζήτηση περί ηθών και χαρακτήρων.
(Φιλοσοφ.) Η έρευνα των νόμων που συντελούν στη διαμόρφωση του χαρακτήρα.
(Συνεκδ.) Το επιστημονικό έργο, η πραγματεία για τη διαμόρφωση, τον καθορισμό του χαρακτήρα.
(Βιολ.) Η μελέτη της συμπεριφοράς των ζώων με έμφαση στις μορφές που προκύπτουν σε φυσικά περιβάλλοντα.
 
Εύληπτος  Αυτός που λαμβάνεται ή συλλαμβάνεται εύκολα.
(Συνήθ. μτφ.) Αυτός που γίνεται εύκολα κατανοητός.
Παρ: Εύληπτη γλώσσα. //  Εύληπτος λόγος.
(Για φάρμακα) Αυτός που λαμβάνεται εύκολα.
 
Τύρβη  (Χωρ. πληθ.) Ο θόρυβος, η ταραχή.
Παρ: Η τύρβη μιας μεγαλούπολης / τής κοινωνικής ζωής.
 
Πλουτοπαραγωγικός  Αυτός που παράγει πλούτο.
Παρ: Πλουτοπαραγωγικές πηγές // Πλουτοπαραγωγικοί πόροι.
 
Αλκή  Η σωματική δύναμη, η ακμή των σωματικών δυνάμεων.
 
Ομορος  (Για εδαφικές εκτάσεις) Αυτός που έχει κοινά σύνορα (με άλλον), που βρίσκεται κοντά σε άλλον.
Παρ. 'Ομορα κράτη // 'Ομορες περιοχές.
 
Παγετός  (Μετεωρ.) 1. Το καιρικό φαινόμενο, κατά το οποίο επικρατούν στην ατμόσφαιρα θερμοκρασίες χαμηλότερες από το σημείο πήξεως τού νερού (00 C), οπότε κάθε υγρό τού φυσικού περιβάλλοντος μετατρέπεται σε πάγο και συχνά στερεοποιούνται οι χυμοί των φυτών, με συνέπεια μεγάλες καταστροφές στις καλλιέργειες.
Η απευθείας κρυστάλλωση τής ατμοσφαιρικής υγρασίας (χωρίς δηλ. να μεταβληθεί προηγουμένως σε βροχή) και η απόθεσή της στο έδαφος.
 
Βαρδιάνος  Ο σκοπός, ο φρουρός.
Παρ. "Βαρδιάνος στα σπόρκα" (τίτλος διηγήματος του Α. Παπαδιαμάντη)
 
Λαξ  Με λακτίσματα, κλωτσιές. στη φράση πυξ λαξ με γροθιές και κλωτσιές.
Παρ. Τους πέταξαν έξω πυξ λαξ.
 
Συρακούσες  Πόλη τής Σικελίας που ιδρύθηκε από Κορίνθιους αποίκους τον 8ο αι. π.Χ.
 
Ήκιστα  Ελάχιστα, κατά τρόπο μόλις αισθητό.
Παρ. Εφάνη ήκιστα συγκινημένος.
Καθόλου, κατ' ουδένα τρόπο.
Παρ. Ήκιστα αξιόπιστος λόγω και των καταγγελιών εις βάρος του // Καθ' ότι τυγχάνει ήκιστα συμπαθής στους δημοισογραφικούς κύκλους.
 
Αοιδός  (Στην αρχαιότητα) Το πρόσωπο που τραγουδούσε έπη, γενικότ. ο τραγουδιστής στα ομηρικά έπη.
(Γενικότ. - ειρων.) Τραγουδιστής.
Παρ. Η λαϊκή αοιδός.

 
Πάρεδρος  (Κυριολ.) Αυτός που κάθεται δίπλα στην έδρα.
(Γενικά) Αυτός που αναπληρώνει ανώτερο υπάλληλο ή υπουργό.
Παρ: Πάρεδρος τού Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.
(Νομ.) (α) Τακτικός δικαστής (β) πάρεδρος πρωτοδικών ο τακτικός δικαστής που έχει τον πρώτο βαθμό στην ιεραρχία (γ) πάρεδρος Συμβουλίου Επικρατείας μέλος τού Συμβουλίου Επικρατείας που μετέχει στις συνεδρίες και ως εισηγητής με γνώμη αλλά χωρίς ψήφο (δ) πάρεδρος Ελεγκτικού Συνεδρίου λειτουργός που ασκεί τον προληπτικό έλεγχο τού λογιστικού τμήματος διαφόρων επιχειρήσεων.