Πολύφημος  Αυτός που έχει μεγάλη φήμη.
 
Χιονοστεφής  Αυτός τού οποίου η κορυφή καλύπτεται από χιόνι.
Παρ: Χιονοστεφές όρος.
 
Εκείθεν  Από εκεί.
Παρ: Η εκείθεν ενίσχυση ουδέποτε παρουσιάστηκε.
Γι' αυτόν τον λόγο.
Παρ: Εκείθεν και η μεταστροφή του εναντίον μας, λοιπόν!
 
Μαρμαρυγίας  (Ορυκτ.) Πέτρα με κρυσταλλική δομή και μορφή λεπτού φύλλου, η οποία εμφανίζεται σε διάφορα χρώματα και λόγω τής ιδιαίτερης λάμψης και τής διαφάνειάς της χρησιμοποιήθηκε παλαιότ. αντί για γυαλί.
 
Ταρό  Σύνολο από εβδομήντα οκτώ παιγνιόχαρτα, από τα οποία τα είκοσι δύο (τα παιγνιόχαρτα δηλ. μιας από τις πέντε σειρές στις οποίες διαιρείται το σύνολο αυτό) έχουν σχεδιασμένες πάνω τους αλληγορικές παραστάσεις και με τα οποία (με αποκρυφιστικό τρόπο) μαντεύει κανείς το μέλλον.
Καθένα από τα παραπάνω παιγνιόχαρτα, κυρ. από τα είκοσι δύο που φέρουν παραστάσεις.
 
Θούριος  Γοργό και ρυθμικό πολεμικό τραγούδι, που στόχο έχει να εμψυχώσει μαθητές, αγωνιστές.
Παρ. Ο θούριος του Ρήγα Φεραίου.
 
Έγγειος  Αυτός που αναφέρεται στη γη, που συνιστά ακίνητο περιουσιακό στοιχείο ή προέρχεται από αυτό.
Παρ. Έγγειος ιδιοκτησία / πρόσοδος.
 
Παίδευση  (Χωρ. πληθ.) 1. Η μέθοδος, το σύστημα διαπαιδαγώγησης, μεταβίβασης γνώσεων.
Η μόρφωση (κάποιου), το σύνολο των γνώσεων, η συνολική καλλιέργεια που έχει αποκτήσει.
 
Πασιφανής  Αυτός που είναι σε όλους φανερός, ολοφάνερος.
Παρ.: Είναι πασιφανής η αντιπάθεια τού ενός για τον άλλο.
 
Σοφιστεία  Η τέχνη του σοφιστή.
Το σόφισμα, ο ηθελημένα εσφαλμένος αλλά και λογικοφανής συλλογισμός που οδηγεί σε παραπλανητικά συμπεράσματα.
Παρ: Προσπαθεί πάλι να μας πείσει με τις σοφιστείες του.
 
Πολύκλειτος  'Ενας από τους σημαντικότερους αρχαίους 'Ελληνες ανδριαντοποιούς (5ος αι. π.Χ.) : Κανόνας τού Πολύκλειτου (σύγγραμμα τού καλλιτέχνη όπου όριζε τις σωστές αναλογίες τού ανθρώπινου σώματος. επίσης το άγαλμα "Δορυφόρος", το οποίο ακολουθεί τις αναλογίες αυτές).
 
Χρυσήλατος  Αυτός που έχει κατασκευαστεί από σφυρηλατημένο χρυσό.
Παρ: Χρυσήλατο λατρευτικό αντικείμενο // Χρυσήλατη λαβή σπαθιού.
 
Ετερόκλιτος  (Γλωσσ.) Αυτός που παρουσιάζει ορισμένες ανωμαλίες κατά την κλίση, του οποίου ο πληθυντικός αριθμός ακολουθεί διαφορετική κλίση από ότι ο ενικός.
(Μτφ.) Αυτός που αποτελείται από στοιχεία διαφορετικά μεταξύ τους.
 
Γηγενής  Αυτός που έχει γεννηθεί σε έναν τόπο, που ανήκει σε αυτόν ως ντόπιος κάτοικος.
Παρ. Οι γηγενείς (κάτοικοι) της Αυστραλίας.
(Ειδικότερα για φυτά ή ζώα) (είδος) ιθαγενές της χλωρίδας ή της πανίδας συγκεκριμένης περιοχής.
γηγενής θερμότητα
Τα μεγάλα ποσά θερμότητας του εσωτερικού της γης.
 
Παν  

(το) (γεν. παντός) 1. Το όλον, το σύνολο.
Παρ: Η αρχή είναι το ήμισυ τού παντός.
2. Το σύμπαν, ο κόσμος, η οικουμένη.


(Μτφ.) Το σημαντικότερο στοιχείο.
Παρ: Το παν στη ζωή τού ανθρώπου είναι η υγεία.
Το καθετί.
Φρ. (α) πάντα εν σοφία εποίησας (Π.Δ. ψαλμ. 103, 24) όλα με σοφία τα δημιούργησες (Κύριε) (β) εν παντί σε οποιαδήποτε περίπτωση (γ) πάντα ρει (Ηράκλειτος, βλ. Πλάτ. Θεαίτητος 182c) όλα αλλάζουν, όλα μεταβάλλονται.
(Με κεφ.) (Μυθολ.) Θεότητα που συνήθ. παριστανόταν με πόδια, κέρατα και γένια τράγου και ενσάρκωνε τη γενετήσια δύναμη τής ζωής.
 
Μυθώδης  Αυτός που είναι πλαστός ή ψεύτικος, όπως ο μύθος.
(Μτφ.) Αυτός που ξεπερνά τα συνηθισμένα μέτρα τής πραγματικότητας.
Παρ. Μυθώδη πλούτη / ποσά.
 
Ποικιλώνυμος  Αυτός που παρουσιάζεται με πολλά διαφορετικά ονόματα και κατ' επέκτ. με πολλές διαφορετικές μορφές.
Παρ: Ποικιλώνυμες οργανώσεις // ηγεσίες (κρατικές, κομματικές, παρακρατικές κ.λπ.)
 
Απαράμιλλος  Αυτός που δεν επιδέχεται σύγκριση, αυτός τον οποίο δεν μπορεί κανείς να συναγωνιστεί.
Παρ: Απαράμιλλο θάρρος // απαράμιλλη γενναιότητα / τέχνη / ερμηνεία.
 
Ματεριαλισμός  (Φιλοσ.) Η θεμελιώδης άποψη ορισμένων φιλοσοφικών συστημάτων, η οποία δέχεται ως ουσία όλων των όντων και μοναδικό συστατικό τού σύμπαντος την ύλη και θεωρεί ότι όλα τα πνευματικά φαινόμενα ή οι διανοητικές λειτουργίες τού ανθρώπου (λ.χ. η σκέψη, η βούληση, το συναίσθημα κ.λπ.) αποτελούν φυσικά φαινόμενα και μπορούν να ερμηνευθούν ως υλικές λειτουργίες.
Παρ: Διαλεκτικός ματεριαλισμός.
 
Σμύρνα  Μικρό αγκαθωτό δέντρο, το οποίο εκκρίνει αρωματικό ρετσίνι.
(Συνεκδ.) Το αρωματικό ρετσίνι που παράγεται από το παραπάνω φυτό και αποτέλεσε το περίφημο μύρο, το οποίο, σύμφωνα με την Κ.Δ., προσφέρθηκε στον νεογέννητο Χριστό και σήμερα χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία και τη φαρμακευτική.
Το ψάρι σμέρνα.
 
Αποσκιρτώ  Εγκαταλείπω το χώρο στον οποίο είμαι ενταγμένος (και προσχωρώ σε άλλον).
Παρ: Ομάδα βουλευτών αποσκίρτησε από το κόμμα παραμονές των εκλογών.
 
Πρωτέας  (Μυθολ.) Θαλάσσια θεότητα προικισμένη με την ικανότητα να αλλάζει μορφές.
 
Σηροτροφία  Η εκτροφή μεταξοσκωλήκων και συνεκδ. η παραγωγή μεταξιού.
 
Οίκοθεν  Από το σπίτι.
Από την πατρίδα.
Αυτοπροαίρετα, αυτεπαγγέλτως.
Παρ. Το δικαστήριο επελήφθη οίκοθεν της υποθέσεως.
Φρ. Νοείται οίκοθεν είναι αυτονόητο, γίνεται κατανοητό αφ' εαυτού.
 
Αμιλλα  Συναγωνισμός (συνήθ. χωρίς αντιπαλότητα οπότε συμβάλλει στη βελτίωση όσων συναγωνίζονται), η προσπάθεια για διάκριση και υπεροχή (συνηθ. κατ' αντιδιαστολή προς τον ανταγωνισμό, ο οποίος διακρίνεται από έντονη αντιπαλότητα).
 
Μελανίνη  (Χωρ. πληθ.) (Βιολ.) Η σκουρόχρωμη χρωστική ουσία, που προκαλεί τον χρωματισμό τού δέρματος, των ματιών, των τριχών στον άνθρωπο, στα άλλα σπονδυλωτά και σε πολλά είδη ασπονδύλων.
 
Σωκράτης  Αρχαίος 'Ελληνας φιλόσοφος (470/469-399 π.Χ.) ο οποίος θεμελίωσε την επαγωγική και τη μαιευτική μέθοδο, δίδαξε μόνο προφορικά, εμπλουτίζοντας και εμβαθύνοντας τη διαλεκτική και οριστικοποίησε τη στροφή τής φιλοσοφίας από τη φύση προς τον άνθρωπο και την ανθρωποκεντρική θεώρηση τού κόσμου.
'Ονομα αγίων τής Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Ανδρικό όνομα.
 
Προϊδεάζω  Διαμορφώνω (σε κάποιον) κατάλληλα τη διάθεση (ή μια εντύπωση γι' αυτό που θα ακολουθήσει).
 
Εμπάθεια  Η έντονη αντιπάθεια (εναντίον κάποιου) που εμποδίζει την αντικειμενική κριτική, η έκφραση έντονου, αρνητικού συναισθήματος.
Παρ: Τα λόγια του αποκάλυπταν μεγάλη εμπάθεια και φανατισμό.
 
Τερπνός  Αυτός που προκαλεί μεγάλη ευχαρίστηση.
Παρ. Τερπνό άκουσμα/ γέλιο.
 
Πεσιμισμός  (Χωρ. πληθ.) 1. Η ψυχική διάθεση και η γενικότ. στάση ζωής, κατά την οποία ο άνθρωπος έχει την τάση να βλέπει τα πράγματα μόνο από την άσχημη όψη τους και προβλέπει για το μέλλον μόνο δυσάρεστες εξελίξεις.
(Κατ' επέκτ.) Η πίστη ότι το κακό και ο πόνος στον κόσμο κυριαρχούν επί τού καλού και τής ευτυχίας.
(Φιλοσ.) Η θεωρία που πρεσβεύει ότι η ουσία των πραγμάτων είναι κατά βάση κακή ή τείνει προς το κακό και ότι ο παρών κόσμος είναι ο χειρότερος από όλους τους κόσμους που μπορούν δυνητικά να υπάρξουν.
 
Φουτουρισμός  Καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό κίνημα που εμφανίστηκε στις αρχές τού 20ού αι.κυρ. στην Ιταλία και τη Ρωσία και κήρυττε την εξέγερση κατά του ακαδημαϊσμού και τη ριζική ανανέωση τής τέχνης σύμφωνα με το πνεύμα τού συγχρόνου της μηχανικού πολιτισμού, τον οποίο και αποθέωσε.
 
Νηνεμία  (Χωρ. πληθ.) Η απόλυτη ηρεμία τού καιρού, που οφείλεται στο ότι δεν φυσά καθόλου ο άνεμος.
Παρ.: Η νηνεμία καθήλωσε τα ιστιοφόρα στο λιμάνι.
 
Εικονοκλαστικός  Ο εικονομαχικός, αυτός που σχετίζεται με την εικονομαχία.
(Μτφ.) Ο ριζοσπαστικός, ο ρηξικέλευθος.
Παρ: Εικονοκλαστική αντίληψη του χώρου και της κίνησης στο θέατρο.
 
Ποδηγετώ  Κατευθύνω (κάποιον) προς την κατεύθυνση που ο ίδιος θέλω ' τον ελέγχω (πνευματικά, ηθικά, κ.λπ.), τον καθοδηγώ.
Παρ: Ο λαός συχνά ποδηγετείται από δημαγωγούς. // Οι σύγχρονοι σωτήρες και μεσσίες προσπαθούν να ποδηγετήσουν τις αφελείς και ανασφαλείς μάζες.
 
Παρερμηνεύω  Ερμηνεύω λανθασμένα.
Παρ: Παρερμηνεύω τα λόγια / τις προθέσεις κάποιου.
 
Χάρων  (Μυθολ.) Γιος τού Ερέβους και της Νύκτας, ο οποίος διαμέσου του Αχέροντα διαπεραίωνε τις ψυχές των νεκρών στον 'Αδη.
 
Αποσόβηση  Η αποτροπή δυσάρεστης και ανεπιθύμητης κατάστασης, εξέλιξης ή κινδύνου.
Παρ.: Η αποσόβηση τής πωλήσεως τής εταιρείας με αδιαφανείς διαδικασίες.
 
Ανασκευή  Η ανατροπή επιχειρηματολογίας ή κατηγορίας με την προβολή αντίθετων επιχειρημάτων και αποδείξεων.
 
Μελίρρυτος  Αυτός που χαρακτηρίζεται από γλυκύτητα στην έκφραση, στον λόγο.