Γαλουχώ  (Για μητέρα) Δίνω γάλα ως τροφή (σε παιδί).
(Μτφ.) Ανατρέφω (κάποιον) με ορισμένες (ηθικές και πνευματικές) αρχές.
Παρ. Τα παιδιά γαλουχήθηκαν με φιλελεύθερες ιδέες.
 
Μετριοπαθής  (Για πρόσ.) Αυτός που συγκρατεί τα πάθη του, που δεν καταφεύγει σε ακρότητες, που ενεργεί και συμπεριφέρεται με σύνεση και εγκράτεια.
Αυτός που χαρακτηρίζεται από διαλλακτικότητα, που επιδιώκει ή ευνοεί τον συμβιβασμό.
Παρ: Μετριοπαθής στάση / κριτική / χειρισμός.
 
Πνευμονικός  

1. Αυτός που σχετίζεται με τους πνεύμονες.
Παρ: Πνευμονική αρτηρία // Πνευμονικός ιστός.


2. (Ιατρ.) (α) πνευμονικό οίδημα η κατάσταση που χαρακτηρίζεται από την παρουσία υγρού μέσα στις κυψελίδες τού πνεύμονα ως αποτέλεσμα συνήθ. καρδιακής ανεπάρκειας (β) πνευμονική εμβολή η αιφνίδια εμφύτευση θρόμβου αίματος ή λίπους σε κλάδο τής πνευμονικής αρτηρίας, που εκδηλώνεται με οξύ πόνο, έντονη δύσπνοια και πτώση τής αρτηριακής πίεσης.


 
Ανεξικακία  Η ανεκτικότητα με την οποία αντιμετωπίζει κανείς την κακία των άλλων, η ανυπαρξία εκδικητικότητας ή προθέσεως για ανταπόδοση του κακού που υπέστη.
 
Προσδοκώ  Περιμένω να συμβεί (κάτι επιθυμητό).
 
Πετροχημικός  Αυτός που σχετίζεται με την πετροχημεία.
Παρ: Πετροχημική βιομηχανία // Πετροχημικό προϊόν.
(Ειδικότ.) Πετροχημικά (τα) τα χημικά παράγωγα τού πετρελαίου, όλα τα προϊόντα που παράγονται με πρώτη ύλη το πετρέλαιο (πλαστικά, συνθετικό καουτσούκ κ.ά.).
Πετροχημικός (ο/η) επιστήμονας που έχει ειδικευθεί στην πετροχημεία.
 
Στεντόρειος  (Για φωνή) Αυτός που είναι πολύ δυνατός.
 
Πρωταίτιος  Αυτός που υπήρξε κύριος υπαίτιος ενός γεγονότος.
Παρ: Η δίκη των πρωταιτίων τού πραξικοπήματος τού 1967.
 
Πνευστιώ  Αναπνέω με δυσκολία.
 
Απόκληρος  Αυτός που τον έχουν αποκηρύξει από μέλος της οικογένειάς του, που έχει στερηθεί του δικαιώματος να έχει μερίδιο στην οικογενειακή κληρονομιά.
Αυτός που στερείται βασικών υλικών αγαθών και ζει στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής.
Παρ: Απόκληρος τής κοινωνίας / τής τύχης.
 
Χορηγία  (Ιστ.) Μία από τις λειτουργίες στην αρχαία Αθήνα. η υποχρέωση πλούσιου πολίτη να καταβάλει τα έξοδα τού χoρού για το ανέβασμα δράματος στη γιορτή των Μεγάλων Διονυσίων.
Η καταβολή χρημάτων, για να πραγματοποιηθεί έργο κοινής ωφελείας.
Η προσφορά χρημάτων για την πραγματοποίηση ενός σκοπού με ουσιαστικό στόχο τη διαφήμιση και προβολή αυτού που προσφέρει τα χρήματα.
Παρ: Η εκπομπή πραγματοποιείται με την ευγενική χορηγία τής εταιρείας . . .
(Συνεκδ.) Το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται στις παραπάνω περιπτώσεις.
 
Μεταξοτυπία  Μέθοδος καλλιτεχνικής εκτύπωσης με τη βοήθεια οθόνης από δικτυωτό ύφασμα (γάζα) που τεντώνεται πάνω σε τελάρο.
Το εκτυπωμένο έργο τέχνης που τυπώνεται και αναπαράγεται με αυτή τη μέθοδο από το πρωτότυπό του.
 
Ιλαροτραγωδία  (Φιλολ.) Η τραγωδία που έχει κωμική κατάληξη.
(Μτφ.) Το γεγονός ή το συμβάν που, ενώ φαίνεται τραγικό, στη ουσία του είναι κωμικό.
 
Ρυπογόνος  Αυτός που παράγει ρύπους, που προκαλεί ρύπανση του περιβάλλοντος.
Παρ: Ρυπογόνος εστία / βιομηχανία.
 
Ακλινής  Αυτός που δεν παρουσιάζει κλίση.
Το σημείο της Γης στο οποίο η μαγνητική βελόνα δεν αποκλίνει (ως χαρακτηρισμός του Ισημερινού).
 
Φαιδρός  Αυτός που λάμπει από χαρά.
Αυτός που προκαλεί γέλιο, ευχαρίστηση.
(Κακόσ.) Αυτός τον οποίο δεν μπορεί κανείς να πάρει στα σοβαρά.
 
Μέντωρ  (Μυθολ.) Πιστός φίλος τού Οδυσσέα τού οποίου τη μορφή έπαιρνε η Αθηνά για να βοηθήσει τον ίδιο ή τον Τηλέμαχο.
(Μετωνυμ.) Για πρόσωπο που καθοδηγεί και συμβουλεύει κάποιον, ώστε να κάνει σωστές επιλογές.
Επίσης Μέντορας.
 
Κωλυσιεργία  Κάθε ενέργεια που αποσκοπεί στην παρεμπόδιση τής διεξαγωγής διαδικασίας ή ολοκλήρωσης έργου.
Παρ. Ο πρόεδρος τού δικαστηρίου παρατήρησε την υπεράσπιση για κωλυσιεργία τής διαδικασίας.
 
Πέλοψ  (Μυθολ.) Γυιός τού Ταντάλου, σύζυγος τής Ιπποδάμειας, πατέρας τού Ατρέα και τού Θυέστη.
Επίσης Πέλοπας.
 
Διονυσιακός  Αυτός που αναφέρεται στον θεό Διόνυσο ή στα Διονύσια (γιορτές που γίνονταν προς τιμήν του).
Παρ: Διονυσιακή λατρεία // Διονυσιακό πνεύμα.
(Συνεκδ.) Ενθουσιώδης, οργιαστικός, σε αντιδιαστολή προς τον απολλώνιο.
Παρ: Διονυσιακό γλέντι // Διονυσιακή έκσταση.
 
Σοσιαλδημοκρατία  (Στα σοσιαλιστικά κόμματα τής Δ. Ευρώπης) Η πολιτική ιδεολογία και πρακτική που υποστηρίζει τη βαθμιαία μετάβαση στον σοσιαλισμό μέσω δημοκρατικών διαδικασιών.
Κάθε κόμμα ή το σύνολο των κομμάτων που εκφράζουν και εφαρμόζουν αυτήν την ιδεολογία και πρακτική.
 
Ακραιφνής  Αυτός που δεν νοθεύτηκε με ξένα στοιχεία.
Παρ: Σε ακραιφνή δημοτική.
(Συνεκδ. για πρόσωπα) Γνήσιος, πραγματικός.
Παρ: Ακραιφνής οπαδός. Ακραιφνής δεξιός / αριστερός.
 
Ψύχωση  (Ιατρ.) Ψυχική νόσος που εκδηλώνεται με δημιουργία ψευδαισθήσεων και παραληρηματικών ιδεών, καθώς και με σοβαρή ανεπάρκεια κρίσεως και αντιλήψεως, ειδικότ. ως προς την αντίληψη τής πραγματικότητας, την επικοινωνία με τους άλλους και την κρισιμότητα τής κατάστασης τού ίδιου τού πάσχοντος.
(Μτφ.) Η ιδιαίτερη ροπή (προς κάτι).
 
Ηθογράφημα  Λογοτεχνικό έργο, που δίνει έμφαση στην περιγραφή των επικρατούντων εθίμων και των καθημερινών ασχολιών και περιγράφει όσο γίνεται πληρέστερα και παραστατικότερα συγκεκριμένους αντιπροσωπευτικούς χαρακτήρες ή τη γενική εικόνα/ ατμόσφαιρα μιας κοινωνίας σε συγκεκριμένη χωροχρονική ενότητα.
 
Σφρίγος  Η ύπαρξη ζωντάνιας και δύναμης, που συνδέεται με το σώμα και την ακμή του.
 
Μετάκληση  Η κλήση, η πρόσκληση.
Η ανάκληση, η κλήση κάποιου να επιστρέψει.
Παρ. Η μετάκληση της διπλωματικής αποστολής.
 
Πρωτόλειο  Το πρώτο έργο, κυρ. ποιητικό, ενός δημιουργού.
(Κατ' επέκτ.) Το πνευματικό, κυρ. ποιητικό, δημιούργημα που στερείται ωριμότητας σε σχέση με τα μεταγενέστερα έργα του ίδιου δημιουργού.
 
Διαβουκολώ  Παραπλανώ με ψεύτικες ελπίδες, δημιουργώντας ψευδείς εντυπώσεις.
Παρ. "τον διαβουκόλησαν να επιτεθεί εναντίον του νησιού υποσχόμενοι ανταλλάγματα..." (εφημερίδα).
 
Ρομφαία  Μεγάλο και πλατύ δίκοπο σπαθί.
Η πύρινη σπάθα που φέρουν οι άγγελοι.
 
Γλαφυρός  (Για ύφος, κείμενο, ομιλία) Αυτός που χαρακτηρίζεται από παρασταστική, κομψή και λογοτεχνική διατύπωση.
Παρ. Σε γλαφυρή γλώσσα/ γλαφυρό ύφος. // Γλαφυρή εξιστόρηση/ έκφραση.
(Για ομιλητή, συγγραφέα) Αυτός που εκφράζεται με άνεση και κομψότητα.
Παρ. Γλαφυρός ρήτορας.