Αυθωρεί  Ευθύς αμέσως, την ίδια στιγμή κυρ. στη φρ. αυθωρεί και παραχρήμα χωρίς καμία καθυστέρηση, πάραυτα.
Παρ.: Εξετέλεσε τη διαταγή αυθωρεί και παραχρήμα.
 
Περίγειο  (Αστρον.) Το πλησιέστερο προς τη Γη σημείο τής τροχιάς ουράνιου σώματος, που περιφέρεται γύρω από αυτή.
Παρ: Το περίγειο τής Σελήνης.
 
Αμφισημία  Η ιδιότητα λέξεως, φράσεως ή προτάσεως να έχει διφορούμενη σημασία, να γίνεται αντιληπτή με δύο διαφορετικούς τρόπους, λ.χ. η πρόταση: έρχεται η φίλη μου από τη Γαλλία μπορεί να σημαίνει (i) έρχεται η Γαλλίδα φίλη μου (ii) έρχεται από τη Γαλλία η φίλη μου.
 
Αυτόβουλος  Αυτός που ενεργεί με ελεύθερη βούληση, χωρίς δεσμεύσεις και εξαρτήσεις.
Παρ: Ως αυτόβουλος πολίτης έχει την ευθύνη των επιλογών του.
Αυτός που έχει και εκφράζει ελευθερία βουλήσεως.
 
Μεσοπόλεμος  Η χρονική περίοδος 1918-1939 που μεσολάβησε μεταξύ των δύο παγκόσμιων πολέμων.
 
Ιλαρός  Αυτός που χαρακτηρίζεται από χαρά και ευθυμία.
Παρ.: Ιλαρό πρόσωπο.
 
Παιδαγωγός  Το πρόσωπο που αναλαμβάνει υπεύθυνα τη διαπαιδαγώγηση παιδιού ή παιδιών.
Πρόσωπο που με την προσφορά του ασκεί σημαντική επίδραση στο σύνολο, διαμορφώνοντας αντιλήψεις και εμπνέοντας τους άλλους αποτελώντας για αυτούς πρότυπο.
Παρ: Ο Όμηρος υπήρξε παιδαγωγός όλων των Ελλήνων τής αρχαιότητας.
Επιστήμονας ειδικευμένος στην παιδαγωγική.
 
Αλκή  Η σωματική δύναμη, η ακμή των σωματικών δυνάμεων.
 
Υπόθαλψη  Η κρυφή παροχή τροφής και προστασίας (σε κάποιον) κυρ. κατά παράβαση των επιταγών των νόμων.
Η έμμεση διατήρηση ή έξαψη πάθους, αρνητικού συναισθήματος, η κρυφή ενίσχυση (αρνητικού συναισθήματος ή καταστροφικής δραστηριότητας).
 
Μετεωρίτης  Μεσοπλανητικό αντικείμενο ή θραύσμα του, το οποίο φθάνει στην επιφάνεια τής Γης.
Φρ. βροχή μετεωριτών πτώση στην ατμόσφαιρα τής Γης, από την ίδια περιοχή τού ουρανού, σμήνους μεσοπλανητικών αντικειμένων που προέρχονται από κομήτη.
 
Ανωμοτί  Χωρίς να δοθεί όρκος.
 
Περισκόπιο  'Οργανο για την κατόπτευση αντικειμένων, το οποίο αποτελείται από έναν σωλήνα με ειδική εσωτερική διάταξη πρισμάτων, κατόπτρων και φακών και χρησιμοποιείται κυρ. στα υποβρύχια, ώστε να μπορεί ο χειριστής να παρατηρεί έναν χώρο από το εσωτερικό χωρίς να φαίνεται.
 
Εκείθεν  Από εκεί.
Παρ: Η εκείθεν ενίσχυση ουδέποτε παρουσιάστηκε.
Γι' αυτόν τον λόγο.
Παρ: Εκείθεν και η μεταστροφή του εναντίον μας, λοιπόν!
 
Στρατοκράτης  Αυτός που κυβερνά με τη βοήθεια τού στρατού.
Αυτός που υποστηρίζει την ενεργό ανάμειξη τού στρατού στην πολιτική, γενικότ. την οργάνωση της κοινωνίας με βάση στρατιωτικά πρότυπα.
 
Παρέκβαση  Η απομάκρυνση, η λοξοδρόμηση (ομιλητή ή συγγραφέα) από το θέμα του.
Φρ. κατά παρέκβαση ξεφεύγοντας, εγκαταλείποντας προσωρινά το θέμα.
Παρ.: Αναφέρθηκε κατά παρέκβαση και στα έθιμα των γειτονικών λαών.
 
Λάβρος  Αυτός που έχει μεγάλη ορμή.
Παρ.: Λάβρος ο υπουργός επετέθη με οξείς χαρακτηρισμούς κατά των επικριτών του.
 
Πιττακός  

ο Μυτιληναίος. αρχαίος Έλληνας πολιτικός (650-570 π.Χ.), ένας από τους επτά σοφούς τής αρχαιότητας.


 
Πειθώ  (Χωρ. πληθ.) Η δύναμη και η ικανότητα να πείθει κανείς τους άλλους.
Παρ: Διέθετε μεγάλη πειθώ και επέβαλλε πάντα την άποψή του.
 
Παρήμερος  Αυτός που συμβαίνει κάθε δεύτερη μέρα, αυτός που συμβαίνει μέρα παρά μέρα.
 
Προπομπός  Αυτός που προπέμπει πρόσωπο που αποχωρεί.
Αυτός που προπορεύεται άλλων.
(Μτφ.) Αυτός που προετοιμάζει το έδαφος για κάτι που πρόκειται να ακολουθήσει.
(Στρατ.) Το προπορευόμενο κλιμάκιο εμπροσθοφυλακής.
 
Εύληπτος  Αυτός που λαμβάνεται ή συλλαμβάνεται εύκολα.
(Συνήθ. μτφ.) Αυτός που γίνεται εύκολα κατανοητός.
Παρ: Εύληπτη γλώσσα. //  Εύληπτος λόγος.
(Για φάρμακα) Αυτός που λαμβάνεται εύκολα.
 
Επίγραμμα  Η συνήθ. έμμετρη επιγραφή που τίθεται πάνω σε μνημείο ή αντικείμενο τέχνης.
Ποίημα, ολιγόστιχο, που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη τέχνη, συντομία, απλότητα και μεστότητα στοχασμού.
Παρ. Ηρωϊκό / επιτύμβιο /  σατιρικό επίγραμμα.
 
Επέχω  Στη φρ. επέχω θέση (+ γεν.) εκτελώ υπηρεσίες ή καθήκοντα άλλου, αναπληρώνω ή ισοδυναμώ.
Παρ. Το έγγραφο αυτό επέχει θέση αποφάσεως // 'Ενα επίθετο που επέχει θέση ουσιαστικού.
 
Παυσανίας  Αρχαίος Σπαρτιάτης στρατηγός, αρχιστράτηγος των Ελλήνων στη μάχη των Πλαταιών (479 π.Χ.), που θανατώθηκε στην πατρίδα του ως ένοχος προδοσίας (467-466 π.Χ.).
Αρχαίος Έλληνας πεζογράφος (β' μισό τού 2ου αι. μ.Χ.) από τη μικρασιατική Λυδία, σημαντικότερο έργο τού οποίου είναι το Ελλάδος Περιήγησις.
Ανδρικό όνομα.
 
Ευθυκρισία  Ορθή και δίκαιη κρίση, σωστή σκέψη.
 
Πίλος  (ο) Καπέλο, κυρ. κατασκευασμένο από πίλημα.
 
Λογοπαίγνιο  Παιχνίδι με λέξεις πολλαπλών σημασιών ή με λέξεις διαφορετικής σημασίας, αλλά ομόηχες.
 
Προάγω  Ωθώ (κάποιον / κάτι) στην εξέλιξη και στην πρόοδο, ενισχύω την ανάπτυξη ή την εμπέδωσή του.
Παρ: Τέτοιες εμπρηστικές δηλώσεις δεν προάγουν το κλίμα φιλίας και συνεργασίας των δύο χωρών.
(α) (Για αξιωματούχο) εγκρίνω τη μετάβαση σε ανώτερη ιεραρχική βαθμίδα (β) (για μαθητή) προβιβάζω.
 
Παραίνεση  Ο συμβουλευτικός λόγος, η προσπάθεια επηρεασμού (κάποιου) προς το θεωρούμενο ως σωστό ή ενδεδειγμένο.
Ο προτρεπτικός λόγος.
Παρ.: Ύστερα από τις έντονες παραινέσεις τού πλήθους πήρε τον λόγο.
 
Καθημαγμένος  Καταματωμένος.
(Μτφ.) Αυτός που έχει υποστεί μεγάλες δοκιμασίες, που έχει καταταλαιπωρηθεί ή καταστραφεί.
Παρ. Η τελευταία κρίση βρίσκει την οικονομία μας καθημαγμένη από τα χρέη.