Ταχύνους  Αυτός που χαρακτηρίζεται από ταχύνοια, που έχει γρήγορη αντίληψη.
Παρ: Ταχύνους συνομιλητής.
 
Χείρον  Το χειρότερο. στη φρ. το μη χείρον βέλτιστον για περιπτώσεις συγκαταβάσεως σε μια όχι και τόσο ευνοϊκή κατάσταση, με το επιχείρημα ότι θα μπορούσαν να συμβούν και χειρότερα ή όταν κανείς, έχοντας να επιλέξει ανάμεσα σε δύο πράγματα, καταστάσεις κ.λπ. διαλέγει τελικά το λιγότερο κακό (επιζήμιο, βλαπτικό).
 
Φαρέτρα  Η δερμάτινη θήκη στην οποία τοποθετούσαν οι τοξότες τα βέλη τους.
Παρ: (Μτφ.) Η Ελλάδα διαθέτει πολλά επιχειρήματα στη διαπραγματευτική της φαρέτρα.
 
Προπύλαια  Η διακοσμημένη μεγαλοπρεπώς προέκταση τής κυρίας εισόδου ναών, μεγάρων ή κτηριακών συνόλων.
Παρ.: (Με κεφ.) Τα Προπύλαια τού Πανεπιστημίου / τής Ακροπόλεως.
 
Παραίνεση  Ο συμβουλευτικός λόγος, η προσπάθεια επηρεασμού (κάποιου) προς το θεωρούμενο ως σωστό ή ενδεδειγμένο.
Ο προτρεπτικός λόγος.
Παρ.: Ύστερα από τις έντονες παραινέσεις τού πλήθους πήρε τον λόγο.
 
Νομότυπος  Αυτός που συμφωνεί τυπικά (και συνήθ. όχι ουσιαστικά) με τους νόμους, που υπάρχει ή γίνεται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.
 
Κλέος  Η τιμητική φήμη (κάποιου), η δόξα κυρ. που προέρχεται από ηρωικά κατορθώματα.
Παρ.: Τους ενέπνευσε το κλέος των προγόνων τους.
 
Ευπροσήγορος  Αυτός που χαρακτηρίζεται από καταδεκτικότητα και προσήνεια, γλυκομίλητος.
 
Εξωνημένος  Εξαγορασμένος, αυτός που με την υπόσχεση ή τη λήψη ανταλλαγμάτων δεν ενεργεί νόμιμα ή ηθικά.
 
Έκθετος  Αυτός που έχει εκτεθεί ή εγκαταλειφθεί χωρίς προστασία ή κάλυψη σε αντίξοες γι' αυτόν (καιρικές ή κοινωνικές) συνθήκες.
Παρ: Μένει έκθετος στην κοινή γνώμη / στις επιθέσεις του τύπου.
 
Δαιδαλώδης  Αυτός που είναι περίπλοκος.
Παρ. Δαιδαλώδη ζητήματα // Δαιδαλώδεις θεωρίες
 
Αναγόρευση  Η επίσημη ανάδειξη σε αξίωμα.
Παρ: Η αναγόρευσή του σε αρχηγό τού κόμματος.
(Ειδικότ.) Επίσημη απονομή πανεπιστημιακού τίτλου.
Παρ: Η αναγόρευση του Γάλλου προέδρου σε επίτιμο διδάκτορα της Νομικής.
 
Ανερμάτιστος  Αυτός που δεν έχει σταθερό χαρακτήρα και σαφή προσανατολισμό, που μεταβάλλει εύκολα τις ιδέες του.
Αυτός που γίνεται με επιπολαιότητα, χωρίς μελέτη και σαφή προγραμματισμό.
Παρ: Ανερμάτιστη πολιτική.
 
Παρορώ  Αφήνω κάτι να περάσει χωρίς να του δώσω ιδιαίτερη προσοχή, προσποιούμαι πως δεν το βλέπω.
Αντιμετωπίζω χωρίς ενδιαφέρον, αδιάφορα.
Υποτιμώ τη σημασία πράγματος, αξιολογώ (κάτι) ως δευτερεύον.
 
Ακλινής  Αυτός που δεν παρουσιάζει κλίση.
Το σημείο της Γης στο οποίο η μαγνητική βελόνα δεν αποκλίνει (ως χαρακτηρισμός του Ισημερινού).
 
Μικροπολιτική  Η πολιτική συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από ιδιοτέλεια, που έχει στόχο το προσωπικό όφελος του πολιτικού ή του κόμματος εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος.
Η χρήση ευτελών μεθόδων στα πλαίσια της πολιτικής αντιπαράθεσης (π.χ. σκανδαλοθηρία).
 
Σατραπεία  Επαρχία του αρχαίου περσικού κράτους.
(Συνεκδ.) Το αξίωμα του σατράπη και ο χρόνος της ασκήσεώς του.
 
Αδω  Τραγουδώ, ψάλλω, υμνώ.
 
Αδαμαντοποίκιλτος  Αυτός που είναι στολισμένος, διακοσμημένος με διαμάντια.
 
Αδρόμισθος  Αυτός που αμείβεται αδρά, με μεγάλο μισθό, με γενναία αμοιβή.
Παρ: Είναι γνωστό πως στα υψηλά κλιμάκια της υπηρεσίας υπάρχουν αρκετοί αδρόμισθοι.
 
Σατιρίζω  Διακωμωδώ πρόσωπα και καταστάσεις.
Παρ: Σατιρίζει με τα σκίτσα / τις γελοιογραφίες του τον μικροαστικό τρόπο ζωής.
 
Αδέκαστος  Αυτός που δεν είναι δυνατόν να δωροδοκηθεί, να επηρεαστεί.
Παρ: Αδέκαστος κριτής.
(Κατ' επέκτ.) Αμερόληπτος και δίκαιος.
Παρ. Η δικαιοσύνη οφείλει να είναι αδέκαστη.
 
Αγρανάπαυση  Προσωρινή διακοπή της καλλιέργειας αγρού, με σκοπό την ανάκτηση της παραγωγικότητάς του.
(Συνεκδ.) Το χρονικό διάστημα διακοπής της καλλιέργειας.
Ετήσια αγρανάπαυση.
 
Μιαρός  Αυτός που φέρει το βάρος μεγάλης αμαρτίας, ηθικά μολυσμένος.
(Γενικότ.) Ανήθικος, φαύλος.
 
Ακιδωτός  Αυτός που έχει σχήμα ακίδας, αιχμηρός.
Παρ: Ακιδωτός θυρεός.
 
Δυσεπίσχετος  Αυτός που με δυσκολία ανακόπτεται και συγκρατείται.
 
Ανένδοτος  (Για προσ.) Αυτός που δεν υποκύπτει σε συμβιβασμούς, που κρατά ανυποχώρητη στάση, που δεν είναι δυνατό ή εύκολο να μεταπειστεί.
Αυτός που γίνεται με εξαιρετική επιμονή, που δεν κάμπτεται από τα εμπόδια ή τις δυσκολίες, αλλά συνεχίζει ακλόνητος.
 
Αμφιλύκη  Το ημίφως κατά την αυγή (λυκαυγές) ή κατά τη δύση του ήλιου (λυκόφως).
 
Αποκρυφισμός  Το σύνολο θεωριών και πρακτικών που απορρέουν από την πίστη σε απόκρυφες ιδιότητες τού ανθρώπου και της φύσης, οι οποίες δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές και κατανοητές λογικά και επιστημονικά, αλλά μόνο με διαλογισμό και άσκηση.
 
Έκθαμβος  Ο βαθιά εντυπωσιασμένος και κυριευμένος από μεγάλο θαυμασμό ή απορία.
Παρ: Μένει κανείς έκθαμβος εμπρός στα επιτεύγματα τής σύγχρονης τεχνολογίας.