Δυσθυμία  Η κακή ψυχική διάθεση, η έλλειψη κεφιού και όρεξης για ζωή.
 
Φαντασιοκοπία  Σκέψη που βρίσκεται πέρα από την πραγματικότητα.
 
Πληρεξούσιος  (α) Αυτός που ενεργεί ως νόμιμος (εξουσιοδοτημένος) αντιπρόσωπος (κάποιου) (β) δικαστικός πληρεξούσιος ο δικηγόρος ο οποίος έχει νομίμως εξουσιοδοτηθεί από τον διάδικο / πελάτη του, να τον εκπροσωπήσει στο δικαστήριο και να ενεργήσει στο όνομά του (τού πελάτη) όλες τις απαραίτητες διαδικαστικές πράξεις.
Πληρεξούσιο (το) το έγγραφο με το οποίο παρέχεται η δυνατότητα για αντιπροσώπευση κάποιου σε δικαιοπραξία.
 
Διίσταμαι  Παρουσιάζω διαφορές, διαφωνίες.
Παρ: Οι γνώμες στο συμβούλιο διίστανται.
Διιστάμενες απόψεις.
 
Παραπαίω  Περπατώ χωρίς σταθερότητα, τρεκλίζοντας.
(Μτφ.) Είμαι αποδυναμωμένος, ασταθής, χωρίς σταθερό προσανατολισμό.
Παρ.: Η οικονομία τής χώρας παρέπαιε υπό το βάρος των ελλειμμάτων.
 
Παιδαγωγός  Το πρόσωπο που αναλαμβάνει υπεύθυνα τη διαπαιδαγώγηση παιδιού ή παιδιών.
Πρόσωπο που με την προσφορά του ασκεί σημαντική επίδραση στο σύνολο, διαμορφώνοντας αντιλήψεις και εμπνέοντας τους άλλους αποτελώντας για αυτούς πρότυπο.
Παρ: Ο Όμηρος υπήρξε παιδαγωγός όλων των Ελλήνων τής αρχαιότητας.
Επιστήμονας ειδικευμένος στην παιδαγωγική.
 
Εαρινός  Αυτός που τοποθετείται χρονικά την περίοδο της ανοίξεως.
Παρ. Εαρινή ισημερία. Εαρινά τμήματα.
 
Θύλακος  Μικρός σάκος, σακούλι.
(Ανατ.) Θήκη ή περίβλημα οργάνων τού σώματος.
Η τοποθεσία στην οποία εισέρχονται και παραμένουν στρατεύματα σε τμήμα του εχθρικού εδάφους, ενώ τα γύρω εδάφη εξακολουθούν να κατέχονται από τις εχθρικές δυνάμεις. Επίσης θύλακας.
 
Υφηγεσία  (Σε ξένα πανεπιστήμια και παλαιότ. στην Ελλάδα) Η επιστημονική έρευνα και διατριβή που υποβάλλεται για να αποκτήσει κανείς τον τίτλο τού υφηγητή.
Φρ. διατριβή εφ' υφηγεσία (η) ανώτερη διατριβή που προϋποθέτει και ακολουθεί την απόκτηση διδακτορικού διπλώματος.
 
Πύρρος  Βασιλιάς της Ηπείρου (318-272 π.Χ.), γνωστός για τις μεγάλες νίκες του επί των Ρωμαίων, στις οποίες όμως είχε βαρύτατες απώλειες.
 
Διακριτός  Αυτός που μπορεί να τον διακρίνει κανείς, να γίνει εύκολα αντιληπτός, ευδιάκριτος.
 
Σύμπραξη  Η συνεργασία, η συμμετοχή σε κοινή προσπάθεια κατόπιν συνεννοήσεως.
Παρ: Η σύμπραξη των δύο κομμάτων στις προσεχείς εκλογές προβληματίζει τους πολιτικούς τους αντιπάλους.
 
Πεφυσιωμένος  Αυτός που εκδηλώνει μεγάλη έπαρση, που χαρακτηρίζεται από αλαζονεία, υπεροψία.
 
Μνησίκακος  Αυτός που δεν ξεχνά το κακό που έχει υποστεί και διακατέχεται από έντονη επιθυμία να βλάψει τον υπαίτιο παίρνοντας εκδίκηση.
 
Μονολιθικός  Αυτός που έχει σχηματιστεί ή αποτελείται από μία μόνο μεγάλη πέτρα.
(Μτφ.) Αυτός που μένει άκαμπτος σε αυτά που ξέρει και ακολουθούσε πάντα, που δεν χαρακτηρίζεται από ευελιξία, δογματικός.
Παρ. Μονολιθικές αντιλήψεις / μονολιθικός χαρακτήρας.
 
Μετάκληση  Η κλήση, η πρόσκληση.
Η ανάκληση, η κλήση κάποιου να επιστρέψει.
Παρ. Η μετάκληση της διπλωματικής αποστολής.
 
Ευοίωνος  Αυτός που προμηνύει κάτι καλό.
Παρ: Ευοίωνο σημείο. // Ευοίωνη προοπτική.
 
Θεσπίζω  Καθιερώνω με νόμο (ενν. θεσμό).
Παρ: Η κυβέρνηση θέσπισε την ψήφο στα 18 χρόνια.
 
Αποφατικός  Αυτός που δηλώνει ή περιέχει άρνηση.
Παρ.: Αποφατικές προτάσεις (ιδ. στη Λογική και τη Γραμματική). // Αποφατικά μόρια.
 
Ράδιο  Το ραδιόφωνο.
(Χωρ. πληθ.) Εξαιρετικά ραδιενεργό μεταλλικό στοιχείο (σύμβολο Ra) αργυρόλευκου χρώματος, που απαντά στον πισουρανίτη (ορυκτό τού ουρανίου) ως προϊόν ραδιενεργού διασπάσεως τού ουρανίου.
 
Υδροκεφαλισμός  (Χωρ. πληθ.) 1. Ο υπέρμετρος συγκεντρωτισμός. η συγκέντρωση του μεγαλύτερου μέρους των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών σε ένα σημείο, λ.χ. στην πρωτεύουσα.
(Ειδικότ.) Η δυσανάλογα μεγάλη ανάπτυξη τού κέντρου, της πρωτεύουσας ενός κράτους, σε σχέση με την υπόλοιπη επικράτεια.
 
Προσημείωση  Η εκ των προτέρων σημείωση, αναγραφή στοιχείου.
Παρ: Προσημείωση χαρτονομισμάτων.
(Νομ.) Προσημείωση υποθήκης προσωρινή υποθήκη η οποία μπορεί να τραπεί σε οριστική αναδρομικά από την ημέρα εγγραφής της, εφόσον επιδικαστεί στον δανειστή η ασφαλιζόμενη απαίτηση με τελεσίδικη δικαστική απόφαση  η εγγραφή τής προσωρινής αυτής  υποθήκης μπορεί να διατυπωθεί και ως ασφαλιστικό μέτρο.
 
Απαλλοτρίωση  Η αναγκαστική μεταβίβαση της κυριότητας κτήματος στο δημόσιο για κοινωφελείς σκοπούς.
Παρ: Έλαβε αποζημίωση για την απαλλοτρίωση του χωραφιού του.
(Μτφ.) Η αφαίρεση, η κατάργηση.
Παρ: Δεν ανέχθηκε την απαλλοτρίωση των δικαιωμάτων του.
 
Πεντάλφα  Γραφικό σχήμα που προκύπτει από τον συνδυασμό πέντε κεφαλαίων Α και χαρασσόταν από τους Πυθαγορείους με μία μονοκοντυλιά αποτέλεσε ανά περιόδους το σύμβολο τής αιωνιότητας, τής ένωσης τού πνεύματος με την ύλη κ.ά., ενώ σήμερα είναι σύμβολο των ελευθεροτεκτόνων και γενικότ. μυστικό ή αποκρυφιστικό σύμβολο.
 
Αθλο  Η επιβράβευση για νίκη ή διάκριση σε αγώνα ή διαγωνισμό.
Σχόλιο: Οι λέξεις άθλος και άθλο είναι ομηρικές. Στη διαχρονική χρήση των λέξεων άθλος ήταν "ο αγώνας για νίκη, βραβείο" και άθλο "το βραβείο του αγώνα".
 
Σύμπαν  Το σύνολο των γαλαξιών με τους αστέρες και τη μεσοαστρική ύλη. το διάστημα στην άπειρη έκτασή του και όλα τα σώματα που περιλαμβάνονται σε αυτό.
(Ως υπερβολή) Η ανθρωπότητα, όλος ο κόσμος.
Σύνολο συστηματικά δομημένων εννοιών και ιδεών.
Παρ: Το σύμπαν των μαθηματικών.
 
Κνησμός  Φαγούρα που μας κάνει να θέλουμε να ξύσουμε το ερεθισμένο σημείο, ο δυσάρεστος ερεθισμός του δέρματος.
 
Επίτιμος  Αυτός που φέρει τιμητικό τίτλο, χωρίς να σχετίζεται με τα καθήκοντα που συνεπάγεται ο τίτλος αυτός.
Παρ. Επίτιμος πρόεδρος / καθηγητής / διδάκτωρ / διοικητής.
 
Ψύχωση  (Ιατρ.) Ψυχική νόσος που εκδηλώνεται με δημιουργία ψευδαισθήσεων και παραληρηματικών ιδεών, καθώς και με σοβαρή ανεπάρκεια κρίσεως και αντιλήψεως, ειδικότ. ως προς την αντίληψη τής πραγματικότητας, την επικοινωνία με τους άλλους και την κρισιμότητα τής κατάστασης τού ίδιου τού πάσχοντος.
(Μτφ.) Η ιδιαίτερη ροπή (προς κάτι).
 
Πρέσβειρα  (α) Η σύζυγος πρεσβευτή (β) πρέσβειρα καλής θελήσεως πρόσωπο που διορίζεται από κράτος ή οργανισμό σε συγκεκριμένη άμισθη θέση και αποστέλλεται ως εκπρόσωπος μιας πλευράς σε άλλη για τη βελτίωση των μεταξύ τους σχέσεων ή για ανθρωπιστική βοήθεια.
Παρ: Πρέσβειρα καλής θελήσεως τής UNICEF.
(Μτφ.) Γυναίκα που θεωρείται ότι εκπροσωπεί ή εκφράζει κάτι επάξια.
Παρ: Η γνωστή ηθοποιός αποτελεί πρέσβειρα τής χώρας μας στο εξωτερικό.