Αμέθυστος  (Ορυκτ.) Ημιπολύτιμος λίθος, παραλλαγή του χαλαζία σε χρώμα μοβ ή βιολετί, που χρησιμοποιείται για την κατασκευή κοσμημάτων.
 
Σωκράτης  Αρχαίος 'Ελληνας φιλόσοφος (470/469-399 π.Χ.) ο οποίος θεμελίωσε την επαγωγική και τη μαιευτική μέθοδο, δίδαξε μόνο προφορικά, εμπλουτίζοντας και εμβαθύνοντας τη διαλεκτική και οριστικοποίησε τη στροφή τής φιλοσοφίας από τη φύση προς τον άνθρωπο και την ανθρωποκεντρική θεώρηση τού κόσμου.
'Ονομα αγίων τής Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Ανδρικό όνομα.
 
Ελεγεία  Αρχαίο ποίημα που γραφόταν σε δίστιχες στροφές αποτελούμενες από ένα εξάμετρο και ένα πεντάμετρο και αναφερόταν σε ποικίλα θέματα (πολεμικά, ερωτικά, πολιτικά κ.λπ.).
(Γενικότ.) Καλλιτεχνικό έργο με έντονα λυρικό και θρηνητικό χαρακτήρα.
 
Πελασγοί  (Συνήθ. στους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς) Οι Προέλληνες (είτε στο σύνολό τους είτε κατά το μεγαλύτερο τμήμα τους) που κατοικούσαν στον ελλαδικό χώρο και στα μικρασιατικά παράλια (καθώς και στις ακτές τής Ιλλυρίας, τής Ιταλίας και γενικότ. τής ανατολικής λεκάνης τής Μεσογείου Θαλάσσης) πριν από την κάθοδο των ελληνικών φύλων.
 
Ιέρεια  Η λειτουργός θρησκείας.
Η γυναίκα που έχει αφιερωθεί στην υπηρεσία συγκεκριμένου θεού.
Παρ.: Η Ιφιγένεια ήταν ιέρεια τής θεάς Αρτέμιδος.
(Μτφ.) Η γυναίκα που υπηρετεί με ζήλο το ιδανικό τής Τέχνης.
 
Πρηνηδόν  Μπρούμυτα, έχοντας το πρόσωπο προς το έδαφος.
Παρ: Θέση / στάση πρηνηδόν (θέση στρατιώτη που πυροβολεί πεσμένος στο έδαφος).
 
Παροπλίζω  (Για πλοίο) Θέτω σε κατάσταση παροπλισμού.
(Μτφ.) Αφαιρώ από (κάποιον) αρμοδιότητες, τον περιορίζω σε καθήκοντα κατώτερα τής θέσεως ή των ικανοτήτων του.
Παρ.: Η νέα κυβέρνηση παρόπλισε αρκετούς ικανούς διευθυντές οργανισμών.
 
Μανδαρίνος  Ανώτερος κρατικός λειτουργός της κινεζικής αυτοκρατορίας.
(Μτφ.-μειωτικά) α) Ο κρατικός αξιωματούχος, ο γραφειοκράτης που εμποδίζει οποιαδήποτε πρόοδο.
Παρ. Η εξυγίανση του δημοσίου βίου υπονομεύεται από τους γνωστούς κομματικούς μανδαρίνους . β) Πρόσωπο συντηρητικό, οπισθοδρομικό.
 
Τύρβη  (Χωρ. πληθ.) Ο θόρυβος, η ταραχή.
Παρ: Η τύρβη μιας μεγαλούπολης / τής κοινωνικής ζωής.
 
Παρορώ  Αφήνω κάτι να περάσει χωρίς να του δώσω ιδιαίτερη προσοχή, προσποιούμαι πως δεν το βλέπω.
Αντιμετωπίζω χωρίς ενδιαφέρον, αδιάφορα.
Υποτιμώ τη σημασία πράγματος, αξιολογώ (κάτι) ως δευτερεύον.
 
Ρητό  Η έκφραση μιας γενικής αλήθειας ή αρχής κυρ. αποφθεγματικού ή αξιωματικού χαρακτήρα.
 
Ευνομούμαι  Κυβερνώμαι με δίκαιους νόμους, έχω καλό πολίτευμα, κυρ. η μτχ. ευνομούμενος.
Παρ: Ευνομούμενη δημοκρατία / πολιτεία. // Ευνομούμενο κράτος.
 
Προσηλυτισμός  Η προσπάθεια κάποιου να μεταβάλει τις θρησκευτικές πεποιθήσεις ή το θρήσκευμα άλλων με αθέμιτα μέσα (π.χ. με βία, απειλή, εκμετάλλευση τής ανάγκης ή τής απειρίας κάποιου, με κατάχρηση εξουσίας σε περίπτωση ειδικής σχέσης εξουσίας ή μέριμνας, όπως σε περιπτώσεις επιτροπείας, γονικής μέριμνας, δασκάλου προς μαθητή κ.λπ.).
(Γενικότ.) Η προπαγανδιστική προσπάθεια επηρεασμού των αντιλήψεων (πολιτικών, ιδεολογικών, φιλοσοφικών κ.λπ.) κάποιου και προσεταιρισμού του ως ομοϊδεάτη ή οπαδού.
 
Πύραυνος  (Αρχαιολ.) Μεταλλικό ή πήλινο φορητό αγγείο, ανοιχτό στο πάνω μέρος, μέσα στο οποίο μεταφέρεται ή ανάβεται μικρή φωτιά για θέρμανση ή παρασκευή φαγητού.
 
Ράθυμος  Αυτός που αποφεύγει την εργασία, χαρακτηρίζεται από απροθυμία και νωθρότητα στις αντιδράσεις του.
Ευέξαπτος, αυτός που οργίζεται εύκολα.
 
Ραπίζω  Χτυπώ (κάποιον) στο μάγουλο με την παλάμη, χαστουκίζω.
 
Ιδεολογία  Μορφή πολιτικής, κοινωνικής ή ηθικής φιλοσοφίας με πρακτικό και θεωρητικό χαρακτήρα.
Παρ.: Μαρξιστική ιδεολογία.
(Ειδικότ.) Πολιτική, κοινωνική ή ηθική αρχή, την οποία υπηρετεί κανείς με πίστη, αφοσίωση και πλήρη ανιδιοτέλεια.
 
Μεταμοντέρνος  Αυτός που σχετίζεται με το σύγχρονο ρεύμα τής τέχνης (αρχικώς τής αρχιτεκτονικής), που αντιδρά στις φόρμες τού μοντερνισμού και χρησιμοποιεί ποικιλία παραδοσιακών στοιχείων σε πρωτότυπες συνθέσεις.
(Κατ' επέκτ.) Αυτός που είναι χαρακτηριστικός μιας αισθητικής (και τελικά ενός τρόπου ζωής) που αναμειγνύει πληθώρα διαφορετικών στοιχείων (ή τα παραθέτει με ιλιγγιώδη ταχύτητα), ακολουθεί αδιάκοπα τις εκάστοτε τάσεις χωρίς αρχές και σταθερά σημεία αναφοράς, με στόχο την εμπορικότητα, την πρωτοτυπία, τον εντυπωσιασμό (εκφράζεται μεταξύ άλλων στα βιντεοκλίπ, σε σύγχρονες διαφημίσεις κ.ά.).
(Κατ' επέκτ. στις κοινωνικές επιστήμες) Ο ακραίος σχετικισμός στις αξίες και στην επιστημονική μέθοδο και η απόρριψη τής αντικειμενικότητας.
Μεταμοντερνισμός
 
Φαιστός  (η) Αρχαία πόλη τής Κρήτης, που απετέλεσε στα μινωϊκά χρόνια το δεύτερο σημαντικό της κέντρο μετά την Κνωσσό.
 
Βιοανάδραση  Η τεχνική με την οποία εκπαιδεύεται κανείς να συνειδητοποιεί και να ελέγχει με τη δύναμη τού νου του ασυνείδητες ή μη αντιληπτές ακούσιες (φυσιολογικές) σωματικές λειτουργίες (λ.χ. τους παλμούς της καρδιάς, την αρτηριακή πίεση κ.ά.).
 
Πολυακόρεστος  (Χημ.) Πολυακόρεστα (λίπη) τα λίπη που προέρχονται από τροφές και είναι πλούσια σε διπλούς και τριπλούς χημικούς δεσμούς, περιλαμβάνονται δε σε αυτά τα περισσότερα φυτικά και όλα τα θαλάσσια έλαια.
 
Σκοταδιστής  (Κακόσ.) Πρόσωπο που αντιδρά σε κάθε προσπάθεια εκσυγχρονισμού και προόδου, οπαδός τού σκοταδισμού.
 
Συγχρωτισμός  Η συχνή και στενή επαφή, η συναναστροφή.
Παρ: Στο πλαίσιο της αυστηρής στρατιωτικής πειθαρχίας δεν επιτρέπεται ο συγχρωτισμός των αξιωματικών με τους στρατιώτες.
 
Περφεξιονισμός  (Χωρ. πληθ.) 1. Η αντίληψη και στάση ζωής που συνίσταται στην επιδίωξη τού τέλειου αποτελέσματος σε κάθε πράξη ή δραστηριότητα.
(Ειδικότ.) (Θεολ.) Θρησκευτική αίρεση στην Αγγλία και την Αμερική τού 19ου αι., η οποία πρέσβευε ότι οι πιστοί έχουν τη δυνατότητα να επιτύχουν την τελειότητα των αγίων στο πλαίσιο μιας κοινωνίας κοινοκτημοσύνης.
 
Προειρημένος  Αυτός που έχει λεχθεί προηγουμένως ή (κυρ. προκειμένου για ενιαίο κείμενο, λόγο) έχει προαναφερθεί.
Προειρημένα (τα) τα προλεχθέντα, όσα έχουν προαναφερθεί.
Παρ.: Κατά τα προειρημένα, προκύπτει το συμπέρασμα ότι όλοι συμφωνούν με την πρόταση.
 
Σκέδαση  Φαινόμενο κατά το οποίο μια φωτεινή ακτίνα ή ένα σωματίδιο μεταβάλλουν τη διεύθυνση της κίνησής τους όταν πέφτουν σε κάποιο υλικό σώμα και διέρχονται από αυτό.
Παρ: Ελαστική / ανελαστική  / πολλαπλή σκέδαση.
Εμβαδόν σκέδασης.
 
Πηλοπλάστης  Τεχνίτης που πλάθει τον πηλό για την κατασκευή αγγείων, σκευών κ.λπ.
 
Προσηλυτίζω  Κάνω προσηλυτισμό.
(Γενικότ.) Πείθω (κάποιον) κυρ. με προπαγανδιστική τακτική, να προσχωρήσει στις δικές μου ιδέες και αρχές (φιλοσοφικές, πολιτικές κ.λπ.)
 
Πτοώ  Προκαλώ φόβο (σε κάποιον), τον κάνω να διστάσει, να δείξει δειλία.
Παρ: Ούτε οι ύβρεις ούτε οι απειλές τους πρόκειται να μας πτοήσουν.
(Μέσ. πτοούμαι) καταλαμβάνομαι από δειλία, χάνω το ηθικό μου.
 
Απαλλοτριώνω  Αφαιρώ από ιδιώτη την κυριότητα (κτήματός του) για δημόσια ωφέλεια έναντι αποζημιώσεως.
Παρ: Το κράτος απαλλοτρίωσε τα χωράφια τους, για ν' ανοίξει δρόμους.