Πλαφόν  ('Ακλ.) Ελλην. οροφή. το ανώτατο καθορισμένο όριο, η υπέρβαση τού οποίου απαγορεύεται.
Παρ: Η επιτροπή καθόρισε πλαφόν στις τιμές των προϊόντων / των επιτοκίων / των πιστωτικών καρτών.
 
Υδρία  Πήλινο δοχείο για την εναπόθεση και τη μεταφορά νερού.
(Αρχαιολ.) Χάλκινο ή πήλινο αγγείο με σφαιρικό σώμα και κυλινδρικό λαιμό που χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά νερού.
 
Μαυσωλείο  Μεγαλοπρεπές και πολυτελές ταφικό μνημείο, που έχει μορφή ναΐσκου ή σύνθετου οικοδομήματος.
 
Συνειρμός  (Ψυχολ.) 1. Η διαδικασία με την οποία οι παραστάσεις συνδέονται μεταξύ τους στη συνείδηση, καθώς και ο τρόπος με τον οποίον είναι δυνατόν μία από αυτές, όταν ανακληθεί στη μνήμη, να παρασύρει μαζί της - χωρίς την παρέμβαση τής βούλησης - και τις άλλες.
Παρ: Συνειρμός ιδεών // Λεκτικός συνειρμός.
Φρ. ελεύθερος συνειρμός ψυχαναλυτική μέθοδος, συστατικό στοιχείο τής ψυχαναλυτικής τεχνικής, που συνίσταται στην έκφραση όλων των σκέψεων που περνούν από τον νου τού ασθενούς, είτε με αφορμή ένα συγκεκριμένο στοιχείο (λέξη, αριθμό, ονειρική εικόνα και γενικότ. οποιαδήποτε παράσταση) είτε αυθόρμητα.
(Συνεκδ.) Καθεμιά από τις παραστάσεις που ανακαλούνται στη μνήμη ύστερα από τη σύνδεσή τους με μία αρχική.
 
Κήνσορας  Αυτός που εμφανίζεται και δρα ως τιμητής των άλλων, που τους αξιολογεί και τους κατατάσσει, κυρίως με επιφανειακά και ανελαστικά κριτήρια και διάθεση επικριτική.
Παρ. Μερίδα διανοουμένων επιλέγει τον ασφαλή ρόλο του κήνσορα της δημόσιας ζωής.
 
Επιδαψιλεύω  Παρέχω χωρίς φειδώ, σε αφθονία.
Παρ. Του επιδαψίλευσε υπερβολικούς επαίνους.
 
Χρηματίζομαι  

Δέχομαι χρήματα παρανόμως, για να εξυπηρετήσω κάποιον κατ' εξαίρεση ή για να μην προχωρήσω σε ενέργεια που τον θίγει.
Παρ: Δημόσιοι λειτουργοί χρηματίζονται.


 
Πρακτικισμός  Φιλοσοφική αντίληψη που προκρίνει κατ' απόλυτο τρόπο την πρακτική αντιμετώπιση των πραγμάτων, την εφαρμογή τής πείρας στην υλοποίηση των διαφόρων στόχων έναντι τής θεωρητικής έρευνας.
 
Αμετροεπής  Αυτός που δεν έχει μέτρο στα λόγια του, που φλυαρεί.
Παρ: Αμετροεπής ομιλητής.
(Κατ' επέκτ.) Αυτός που συμπεριφέρεται χωρίς μέτρο.
 
Προέχει  Έχει πρωταρχική σημασία, βρίσκεται πάνω από όλα ή είναι επείγον.
Παρ.: Για την ώρα προέχει η αντιμετώπιση τού οικονομικού προβλήματος.
 
Παρωχημένος  Αυτός που έχει ξεπεραστεί, που έχει παρέλθει ή δεν είναι μοντέρνος.
Παρ: Παρωχημένος χρόνος // Παρωχημένες εποχές / ιδέες / αντιλήψεις // Παρωχημένη νομοθεσία.
 
Αγοραφοβία  Ψυχική διαταραχή που εκδηλώνεται με αδικαιολόγητο φόβο και άγχος του ατόμου, όταν βρεθεί σε πολυπληθείς χώρους.
 
Νυγμός  Κέντημα.
(Μτφ.) Ο υπαινιγμός.
 
Σχάση  (Ιατρ.) Η διεύρυνση πληγής με χειρουργική επέμβαση, για να εξαχθεί το πύον ή για άλλους θεραπευτικούς λόγους.
(Βιολ.) Η διαδικασία με την οποία διασπώνται και πολλαπλασιάζονται τα κύτταρα.
Παρ: Κυτταρική σχάση.
(Φυσ.) Η διαδικασία που συντελείται με την επενέργεια τού ανθρώπου κατά την οποία βαρείς πυρήνες διασπώνται σε δύο μέρη ίσης μάζας, απελευθερώνοντας τεράστιες ποσότητες πυρηνικής ενέργειας.
Παρ: Πυρηνική σχάση.
 
Θρασύδειλος  Αυτός που συμπεριφέρεται με θράσος και δειλία συγχρόνως, που προσποιείται τον γενναίο, ενώ στην πραγματικότητα είναι δειλός.
 
Επιρρεπής  Αυτός που έχει ροπή (προς κάτι).
Παρ. Επιρρεπής στα γράμματα / στις ηδονές / στην υποκρισία / στην κερδοσκοπία
 
Μέτοικος  Το πρόσωπο που έχει εγκατασταθεί σε άλλη χώρα από εκείνη από την οποία κατάγεται.
(Στην αρχαιότητα) Ο ελληνικής ή βαρβαρικής καταγωγής ξένος, που εγκαταστάθηκε σε πόλη άλλη από αυτήν της καταγωγής του, αποτελώντας μέλος ειδικής τάξης, που πλήρωνε συγκεκριμένο φόρο (το μετοίκιο) και είχε περιορισμένα πολιτικά δικαιώματα.
 
Τηρώ  Διασώζω, διαφυλάσσω.
Παρ: Τηρώ παλιές συνήθειες / ήθη / έθιμα / παραδόσεις.
(Συνεκδ.) Ακολουθώ πιστά, εφαρμόζω.
Παρ: Τηρώ τους νόμους / τον λόγο / την υπόσχεσή μου.
Έχω αναλάβει την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας ή εργασίας.
Παρ: Τηρώ τα λογιστικά βιβλία τής επιχείρησης // Τηρώ τα πρακτικά συνεδρίου.
Κρατώ ορισμένη στάση, συμπεριφέρομαι με συγκεκριμένο τρόπο.
 
Μηδενισμός  (Μαθ.) Η αναγωγή στο μηδέν ή η  εξίσωση  μετο μηδέν.
Η βαθμολόγηση με μηδέν.
3. (Φιλοσ.) Η φιλοσοφική τάση που αρνείται όλες τις παραδεδεγμένες αξίες ή τη γνωστική ικανότητα (οπότε καταντά αρνητικός δογματισμός, όπως ο σκεπτικισμός και ο αγνωστικισμός).

4. Η στάση ή η συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από άρνηση και αμφισβήτηση των πάντων.


5. (Ιστ.) Κίνημα που αναπτύχθηκε κατά τα τέλη τού 19ου αι. στην τσαρική Ρωσία και επιδίωκε την ανατροπή τού καθεστώτος και την κατάρρευση τής κοινωνικής δομής με τρομοκρατικές μεθόδους.


 
Υπερκερώ  (Στη στρατηγική) Επεκτείνω το μέτωπο τής παράταξής μου, για να κυκλώσω το ένα ή και τα δύο άκρα τής εχθρικής παράταξης, περικυκλώνω τον εχθρό.
(Μτφ.) Πηγαίνω πάνω ή πέρα από (κάτι), ξεπερνώ με οποιονδήποτε τρόπο.
Παρ: Οι προσπάθειές μας δυστυχώς υπερκεράσθηκαν από τους ανταγωνιστές μας.
 
Μεγαλοφυής  

Αυτός που διαθέτει εξαιρετική πνευματική ικανότητα, πολύ ανώτερη από τη συνηθισμένη.
Παρ: Μεγαλοφυής σύλληψη / σκέψη / επιστήμονας.


 
Ενόραση  Η σε βάθος αντίληψη ή κατανόηση (ενός πράγματος).
(Φιλοσ.) Η κατάκτηση τής γνώσης με το ασυνείδητο, χωρίς τη μεσολάβηση τού λογικού ή των αισθήσεων.
Η προσπάθεια να προσεγγιστεί με αυτοσυγκέντρωση το ιδεατό, ο μεταφυσικός κόσμος.
 
Φειδίας  Αρχαίος 'Ελληνας γλύπτης τού 5ου αι. π.Χ., έργα τού οποίου είναι το άγαλμα τής Αθηνάς Προμάχου στην Ακρόπολη των Αθηνών και του Διός στην Ολυμπία.
 
Μάγιστρος  (Ιστ.) 1. Ανώτατος δημόσιος υπάλληλος στο αρχαίο ρωμαϊκό κράτος.
Ανώτατος αξιωματούχος στην πολιτική και στρατιωτική ιεραρχία τού Βυζαντίου.
 
Ενατένιση  Η προσήλωση τού βλέμματος σε πρόσωπο, αντικείμενο, αλλά και σε γεγονός, κατάσταση κ.λπ.
Παρ: Η ενατένιση του έναστρου ουρανού. // (Μτφ.) Ο καλλλιτέχνης εκφράζει τη δική του ενατένιση τού κόσμου και της ζωής.
 
Φαταλισμός  (Φιλοσ.) Αντίληψη ή στάση, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να τροποποιήσει τη φορά των γεγονότων, επειδή αυτά προκαθορίζονται από τη μοίρα.
 
Μαλθουσιανισμός  (Οικον.) Η θεωρία τού 'Αγγλου οικονομολόγου Τ. Μάλθους, κατά την οποία η φτώχια και η κακή ποιότητα ζωής οφείλονται στην αύξηση τού πληθυσμού με ταχύτερους ρυθμούς από την αύξηση τής παραγωγής των μέσων διατροφής, γεγονός που υπαγορεύει την υιοθέτηση πολιτικής για την επιβράδυνση τής πληθυσμιακής αύξησης.
 
Ενταύθα  Στο ίδιο μέρος, εδώ, χωρίς αλλαγή τόπου. (Παλαιότ. σε επιστολές, στη διεύθυνση τού παραλήπτη, όταν αυτός βρισκόταν στην ίδια πόλη με τον αποστολέα.)
 
Υπερβατισμός  (Χωρ. πληθ.) (Φιλοσ.) 1. Γνωσιολογική αντίληψη που θεωρεί δυνατή μιαν a priori γνώση και επιχειρεί να προσδιορίσει τις συνθήκες υπό τις οποίες διαμορφώνεται.
Φιλοσοφικό κίνημα που δημιουργήθηκε στη Νέα Αγγλία τού 19ου αι. και υποστήριξε ότι ολόκληρη η δημιουργία είναι ενιαία, οι άνθρωποι είναι φύσει καλοί και η διαίσθηση αποκαλύπτει τη βαθύτερη αλήθεια των πραγμάτων περισσότερο από τη λογική και την εμπειρία.
 
Μεσολιθικός  (Ιστ. Αρχαιολ.) Αυτός που σχετίζεται με την περίοδο τής προϊστορίας, κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η μετάβαση από τον τρόπο ζωής τού κυνηγού-τροφοσυλλέκτη στην παραγωγική οικονομία τής γεωργίας και κτηνοτροφίας (περίπου 10η-7η χιλιετία π.Χ.).
 
Ετερόκλιτος  (Γλωσσ.) Αυτός που παρουσιάζει ορισμένες ανωμαλίες κατά την κλίση, του οποίου ο πληθυντικός αριθμός ακολουθεί διαφορετική κλίση από ότι ο ενικός.
(Μτφ.) Αυτός που αποτελείται από στοιχεία διαφορετικά μεταξύ τους.
 
Τοκοχρεωλυτικός  Αυτός που σχετίζεται με το τοκοχρεωλύσιο.
Φρ. Τοκοχρεωλυτική δόση η δόση που καταβάλλεται για την αποπληρωμή δανείου και αποτελείται από το ποσό που δίδεται για την εξόφληση τού κεφαλαίου και το ποσό που προορίζεται για την εξόφληση των τόκων.
Παρ: Τοκοχρεωλυτική δόση στεγαστικού δανείου.
 
Μαικήνας  Πλούσιος προστάτης των γραμμάτων και των τεχνών, που αναλαμβάνει τις χορηγίες των έργων καλλιτεχνών, λογίων, κ.λπ.
 
Κοινόν  (το) (Στην αρχαιότητα) Ομοσπονδία από πόλεις-κράτη με ίσα δικαιώματα και ενιαία κεντρική διοίκηση.
Παρ.: Το κοινόν των Αχαιών.
 
Σχάζω  Ανοίγω (κάτι) σε δύο κομμάτια.
Παρ: Μικρά σωματίδια μεγάλης ταχύτητας σχάζουν τους πυρήνες των ατόμων.
Χωρίζομαι στα δύο.
(Ναυτ.) Ακολουθώ αντίθετη πορεία από αυτήν που είχα ως τώρα.
 
Ήρα  Το αγριόχορτο που φύεται μαζί με τα σιτηρά και εμποδίζει την ανάπτυξή τους.
Φρ. Ξεχωρίζω την ήρα από το στάρι. Απομονώνω τα αρνητικά στοιχεία από τα θετικά, τα καλά σοιχεία, τα άχρηστα από τα χρήσιμα στοιχεία, τους ανάξιους από τους άξιους, ώστε να επικρατήσουν οι δεύτεροι.
 
Οιμώζω  Κλαίω γοερώς, θρηνώ σπαρακτικά.
(Ουσ., οιμωγή, η).
 
Παρέρχομαι  Παύω να υπάρχω ή να ισχύω, περνώ και φεύγω.
Παρ: Παρέρχονται οι ώρες / οι μήνες / τα χρόνια / οι αιώνες // Παρήλθε ο κίνδυνος / η προθεσμία.
Φρ. έρχομαι και παρέρχομαι για περιπτώσεις στις οποίες θέλουμε να δείξουμε ότι κάτι είναι εφήμερο, δεν διαρκεί για πάντα, συνήθ. όταν αντιδιαστέλλουμε κάτι με καθορισμένη ή περιορισμένη διάρκεια προς κάτι που έχει διαχρονική αξία ή μόνιμα αποτελέσματα.
Παρ: Οι διοικήσεις των δημοσίων οργανισμών έρχονται και παρέρχονται. το θέμα είναι τι έργο αφήνουν πίσω τους.
 
Δίχρονος  (Για φωνήεντα) Αυτός που έχει δύο προσωδιακούς χρόνους, άλλοτε μακρό και άλλοτε μακρύ.
Αυτός που έχει διάρκεια ή ηλικία δύο ετών.
(Μηχαν.) Αυτός του οποίου ο κινητήρας παράγει έργο σε δύο χρόνους σε μία πλήρη στροφή, διαθέτει λιγότερα εξαρτήματα και δίνει μεγαλύτερη ιπποδύναμη από τον τετράχρονο.
 
Πταίσμα  (Νομ.) Κάθε αξιόποινη πράξη που τιμωρείται με κράτηση ή πρόστιμο.
(Κατ' επέκτ.) Κάθε ασήμαντο σφάλμα.
Παρ: Αυτό που έκανε δεν είναι κάτι σοβαρό. είναι πταίσμα μπροστά σε αυτά που κάνουν άλλοι.