Λευχείμων  Αυτός που φορά λευκά ενδύματα.
 
Συνεδρία  Η συνεδρίαση.
(Συνεκδ.) Το σύνολο των μελών που μετέχουν στη συνεδρίαση.
Η επίσκεψη σε γιατρό, κυρ. στο πλαίσιο θεραπείας.
 
Γεώδης  Αυτός που έχει τη σύσταση ή το χρώμα του εδάφους.
Παρ. Τα γεώδη χρώματα συνηθίζονται στη βυζαντινή αγιογραφία.
Αυτός που περιέχει πολύ χώμα, που αποτελείται από χώμα.
Παρ. Γεώδεις όγκοι.
 
Ιδιόμορφος  Αυτός που αποκλίνει από το συνηθισμένο και εμφανίζεται με τη δική του, ιδιαίτερη μορφή.
 
Σαμοβάρι  Μεταλλικό οικιακό σκεύος ρωσικής προελεύσεως, που αποτελείται από βραστήρα σε σχήμα υδρίας και από μία μικρή εστία στη βάση του και χρησιμοποιείται για το βράσιμο του νερού για το τσάι.
 
Προσηκόντως  Όπως πρέπει, όπως ταιριάζει ή είναι σωστό.
Παρ: Ομίλησε προσηκόντως προς την περίσταση.
 
Εράσμιος  Αυτός που είναι αξιαγάπητος.
Παρ. Εξευγενισμένοι, εράσμιοι τρόποι.
 
Ύπερθεν  

Από πάνω, πιο ψηλά από κάτι.


 
Μάκτρο(ν)  (το) Οτιδήποτε χρησιμεύει για να σκουπίζει κανείς (κάτι) (ειδικότ.) το μαντήλι.
 
Έκτοτε  Από εκείνη τη χρονική στιγμή, από τότε.
Παρ: Έκτοτε δεν τον ξανασυνάντησα ποτέ.
 
Αχλύς  (Χωρ. πληθ.) 1. Η ελαφρά ομίχλη.
Παρ: Μια λεπτή αχλύς σκέπαζε την περιοχή.
(Μτφ.) Η κατήφεια τού προσώπου.
Παρ: Σκίαζε αχλύς την όψη του.
 
Πρόζα  (Χωρ. πληθ.) 1. (α) Ο πεζός λόγος (κατ' αντιδιαστολή προς τον ποιητικό). Παρ: Ο εσωτερικός μονόλογος είναι μία από τις κυριότερες τεχνικές τής σύγχρονης πρόζας. (β) Ο πεζός λόγος (κατ' αντιδιαστολή προς τον μουσικό). Παρ: Θέατρο πρόζας (κατ' αντιδιαστολή προς το μουσικό θέατρο).
(Συνεκδ.) Η συγγραφή σε πεζό λόγο, καθώς και το ύφος τού πεζού λόγου.
Παρ: Τα τελευταία χρόνια εγκατέλειψε την ποίηση και ασχολήθηκε με την πρόζα.
(Συνεκδ.) Το έργο που έχει γραφεί σε πεζό λόγο (κατ' αντιδιαστολή προς το ποίημα).
 
Απεμπλοκή  Η αποδέσμευση από κατάσταση περιπεπλεγμένη, δυσχερή και δυσάρεστη.
 
Τρυφηλός  (Για πρόσ.) Αυτός που αγαπά την τρυφή, τον μαλθακό και ηδυπαθή βίο, που αναζητεί τις απολαύσεις και τις σαρκικές ηδονές.
Αυτός που είναι γεμάτος ανέσεις και απολαύσεις.
Παρ: Τρυφηλή ζωή.
 
Πνευματισμός  Παραψυχολογική θεωρία και πρακτική, σύμφωνα με την οποία οι ψυχές των νεκρών επικοινωνούν με τους ζωντανούς μέσω φυσικών προσώπων (μέντιουμ) ή φαινομένων ("οιωνοί").
 
Αλκιμος  Ο δυνατός σωματικά, αυτός που διαθέτει σωματική δύναμη.
Παρ: 'Αλκιμος νέος / άνδρας.
 
Προσωποπαγής  (Νομ.) Αυτός που συνδέεται αποκλειστικά με συγκεκριμένο πρόσωπο.
Αυτός που συνδέεται στενά με κάποιο πρόσωπο.
Παρ.: Προσωποπαγή κόμματα (που στηρίζονται στο προσωπικό κύρος και την προσωπικότητα τού αρχηγού τους και όχι τόσο στις συλλογικές διαδικασίες).
 
Πεσών  

Ο νεκρός τού πολέμου, αυτός που σκοτώθηκε στο πεδίο τής μάχης.
Παρ: Μνημείο των πεσόντων.


 
Πάρεργο  Κάθε δευτερεύουσα απασχόληση.
 
Σαγηνεύω  Ασκώ γοητεία σε (κάποιον), προσελκύω.
Παρ: Με σαγήνευσε το βλέμμα της.
 
Οθεν  Από όπου.
Παρ. Ο αττικός τύπος τού "λαός" ήταν "λεώς", όθεν και τα "λεωφόρος" και "λεωφορείο".
Επομένως, συνεπώς, κατά συνέπεια.
 
Παλιμπαιδισμός  (Ψυχολ.) Η εμφάνιση συμπεριφοράς παιδιού σε άτομο προχωρημένης ηλικίας.
(Συνεκδ.) Οποιαδήποτε πράξη ενηλίκου, η οποία ταιριάζει σε παιδί.
 
Διηνεκής  Αυτός που διαρκεί για πάντα, χωρίς διακοπή.
Παρ: Διηνεκής αναζήτηση / προβληματισμός.
Διηνεκείς κόποι / προσπάθειες.
Φρ. εις το διηνεκές: χωρίς διακοπή.
Παρ: Του φαινόταν ότι η προσπάθεια θα συνεχιζόταν εις το διηνεκές.
 
Ευφάνταστος  Αυτός που χαρακτηρίζεται από ζωηρή και δημιουργική φαντασία.
Παρ. Ευφάνταστος ερευνητής / ποιητής.
(Κακόσ.) Αυτός που πλάθει φανταστικά γεγονότα ή μεγαλοποιεί υπαρκτές καταστάσεις.
 
Ηωζωικός  Αυτός που σχετίζεται με την πρώτη περίοδο εμφανίσεως ζωικών όντων στη γη.
Παρ. Ηωζωικός αιώνας. Ηωζωικά όντα.
 
Νομιμοφανής  Αυτός που φαίνεται νόμιμος, αλλά δεν είναι, που συμφωνεί με το γράμμα ή με τον τύπο τού νόμου, αλλά παραβιάζει την ουσία του.
Παρ.: Νομιμοφανής ενέργεια / ανάληψη υπηρεσίας / ανάθεση εκτελέσεως δημόσιου έργου.
 
Σώσμα  Η τελευταία ποσότητα κρασιού που υπάρχει στο βαρέλι.
 
Τηλαυγής  Αυτός που εκπέμπει φωτεινή ακτινοβολία σε μεγάλη απόσταση, που φέγγει από μακριά.
Παρ. Τηλαυγής αστέρας / φάρος.
 
Λογύδριο  Μικρός, σύντομος λόγος.
 
Σοφιστής  (Στην κλασική αρχαιότητα) Ευρυμαθής δάσκαλος που επί πληρωμή προσέφερε τις γνώσεις του στους χώρους τής φιλοσοφίας, της ρητορικής, της γραμματικής, της μουσικής, της ποίησης, της ιστορίας, των φυσικών επιστημών κ.λπ., κυρ. ταξιδεύοντας στις διάφορες ελληνικές πόλεις.
(κακόσ.) Δάσκαλος αμφισβητούμενων γνώσεων που επαγγελματικά εκπαίδευε τους μαθητές του προτάσσοντας την αποτελεσματικότητα έναντι της αλήθειας των λόγων, κάνοντάς τους ικανούς να πείθουν, ανεξάρτητα από την ορθότητα των απόψεων, των θέσεών τους και ασχέτως των μέσων που θα μετέρχονταν.
(Συνεκδ.) Αυτός που καταφεύγει σε σοφίσματα για να πείσει, που χρησιμοποιεί σκοπίμως παραπλανητικά επιχειρήματα ή λόγια, που εξαπατά με τις λέξεις.
 
Αγαστός  Θαυμαστός, άξιος θαυμασμού.
Παρ. Αγαστή συνεργασία/ σύμπνοια/ ομοφωνία.
 
Θριγκός  (Αρχαιολ.) Το τμήμα κτηρίου, που στηρίζεται στους κίονες και αποτελείται από το επιστύλιο, τη ζωφόρο και το γείσο.
 
Τροχιοδεικτικός  

(Τεχνολ.) Αυτός που σχετίζεται με τον τροχιοδείκτη, που δείχνει την τροχιά βλήματος.
Παρ: Τροχιοδεικτική βολίδα (βλήμα που σχηματίζει έντονο φωτεινό ίχνος διαγράφοντας τροχιά στον αέρα και χρησιμοποιείται κυρ. στα αντιαεροπορικά βλήματα).


 
Ραστώνη  Η τάση αδράνειας και παθητικής αποδοχής των πραγμάτων, η έλλειψη ενεργού ενδιαφέροντος.
Παρ: Τέτοια προβλήματα αντιμετωπίζονται με αγώνες και όχι με τη ραστώνη που χαρακτηρίζει την επαναπαυμένη κοινωνία μας.
Η ηπιότητα των αντιδράσεων, η απουσία εξάρσεων ή δυναμισμού.
Παρ: Αυτόν τον καιρό παρατηρείται ένα κλίμα ραστώνης στην αντιπολίτευση.
 
Ευδόκιμος  Αυτός που ευδοκίμησε ή ευδοκιμεί, που θεωρείται επιτυχημένος (σε πράξη, ενέργεια, σταδιοδρομία κ.λπ.).
Παρ: Ευδόκιμη προϋπηρεσία / θητεία / παραμονή.
 
Τάνταλος  Μυθολογικός βασιλιάς τής Φρυγίας, γνωστός για την τιμωρία που του επέβαλαν οι θεοί, να ζει σε έναν λάκκο με νερό που του έφθανε μέχρι τον λαιμό, κάτω από κλαδιά με καρπούς, χωρίς όμως να μπορεί να πιει όταν διψά ούτε να φάει όταν πεινά, επειδή και το νερό και οι καρποί απομακρύνονταν, όταν προσπαθούσε να τους φτάσει.
Φρ. (μτφ.) το μαρτύριο τού Ταντάλου το να μην μπορεί να απολαύσει κανείς αγαθά που βρίσκονται κοντά του, που του είναι προσιτά (π.χ. να βλέπει άλλους να τρώνε νόστιμα φαγητά και ο ίδιος να μη μπορεί, επειδή κάνει δίαιτα).
 
Μεταβολισμός  

(Βιολ.) Το σύνολο των βιοχημικών διεργασιών που έχουν ως αποτέλεσμα είτε τη σύνθεση χημικών ενώσεων κατάλληλων για την κάλυψη τής αύξησης και τής ανάπλασης τού σώματος ή για την αποταμίευση υλικών (αναβολισμός) είτε την αποικοδόμηση χημικών ενώσεων με σκοπό την εξασφάλιση τής απαραίτητης για τη ζωή ενέργειας (καταβολισμός).


 
Επίβουλος  Αυτός που χαρακτηρίζεται από κακές, ύπουλες προθέσεις εναντίον άλλων.
Παρ. Επίβουλη ενέργεια.
 
Φωκίων  Αθηναίος στρατηγός, πολιτικός και ρήτορας (402-317 π.Χ.), ανήκε στην αντίπαλη τού Δημοσθένη πολιτική παράταξη και διακρίθηκε στη ναυμαχία τής Νάξου (376 π.Χ.).
Όνομα αγίου τής Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Ανδρικό όνομα.
 
Πύρρων  Αρχαίος Έλληνας σκεπτικός φιλόσοφος (360-270 π.Χ.).