Χορόδραμα  'Εργο που παρουσιάζεται στη σκηνή θεάτρου και του οποίου οι συντελεστές εκφράζονται καλλιτεχνικά με τον χορό και τη μίμηση, σύμφωνα πάντοτε με τη μουσική που το συνοδεύει.
 
Χιονοστεφής  Αυτός τού οποίου η κορυφή καλύπτεται από χιόνι.
Παρ: Χιονοστεφές όρος.
 
Εθνοκάθαρση  Η βίαιη μετακίνηση των μελών μιας εθνότητας από μια περιοχή ή / και ο αφανισμός τους, η μαζική τους εξόντωση.
 
Σφρίγος  Η ύπαρξη ζωντάνιας και δύναμης, που συνδέεται με το σώμα και την ακμή του.
 
Μετριοπάθεια  Το να είναι κανείς μετριοπαθής, να αποφέυγει τις ακραίες θέσεις και την αδιαλλαξία.
Παρ: Τον χαρακτηρίζει η μετριοπάθεια
 
Υπολήπτομαι  Τρέφω ιδιαίτερη εκτίμηση για κάποιον.
Παρ: Τον υπολήπτονται όλοι οι συνάδελφοί του.
 
Τύρβη  (Χωρ. πληθ.) Ο θόρυβος, η ταραχή.
Παρ: Η τύρβη μιας μεγαλούπολης / τής κοινωνικής ζωής.
 
Υλισμός  (Χωρ. πληθ.) 1. (Φιλοσ.) Το ένα από τα δύο κύρια ρεύματα της φιλοσοφικής σκέψης, κατά το οποίο πρωταρχικός παράγοντας και κύριο στοιχείο τού σύμπαντος είναι η ύλη, ούτως ώστε όλα τα φαινόμενα, ακόμα και αυτά που αφορούν στο πνεύμα, να ερμηνεύονται ως επιδράσεις ή συνέπειες φυσικών, υλικών αιτίων.
Παρ: Αυθόρμητος υλισμός (η πεποίθηση ότι η πραγματικότητα είναι υπαρκτή κατά τον τρόπο που εμείς, μέσω των αισθήσεών μας την αντιλαμβανόμαστε, κυρ. βάσει τής καθημερινής εμπειρίας)
(Κατ' επέκτ.) Η νοοτροπία και ο τρόπος ζωής που επικεντρώνεται στην αναζήτηση και απόλαυση υλικών αγαθών και ηδονών.
 
Σαρία  (κ. σάρια) (Χωρ. πληθ.) Ο ιερός νόμος των μουσουλμάνων που ορίζει τον ορθό τρόπο ζωής και πίστεως.
 
Ρακοσυλλέκτης  Πρόσωπο που μαζεύει κουρέλια και τα πουλά κυρ. για βιοποριστικούς λόγους.
 
Παρόχθιος  

Αυτός που βρίσκεται, αναπτύσσεται ή διαμένει κοντά σε όχθη (ποταμού ή λίμνης).
Παρ: Παρόχθια έκταση // Παρόχθιο φυτό // Παρόχθιος οικισμός.
Φρ. παρόχθια ζώνη η συνεχόμενη τής όχθης των μεγάλων λιμνών και πλευσίμων ποταμών ζώνη ξηράς, που καθορίζεται από την πολιτεία σε πλάτος μέχρι και πενήντα (50) μέτρων από το προς την ξηρά όριο τής όχθης.


 


 
Πλωτάρχης  Αξιωματικός τού Πολεμικού Ναυτικού.
 
Μαλαχίτης  (Ορυκτ.) Μετάλλευμα τού άνθρακα με λαμπερό πράσινο χρώμα, που χρησιμοποιείται ως διακοσμητικός και ημιπολύτιμος λίθος.
 
Γλίσχρος  (Για χρηματικά ποσά) Αυτός που δεν επαρκεί για την κάλυψη των δεδομένων αναγκών.
Παρ. Γλίσχρα μέσα, γλίσχρο επίδομα, γλίσχρες αποδοχές.
Αυτός που χαρακτηρίζεται από έλλειψη πολυτέλειας, αφθονίας, από οικονομική στενότητα.
Παρ. Γλίσχρο γεύμα, γλίσχρα διακόσμηση.
 
Αιμάσσων  Αυτός που παρουσιάζει αιμορραγία.
Παρ: Αιμάσσουσα πληγή
Αυτός που εξασθενεί επικίνδυνα, που χάνει συνεχώς δυνάμεις.
Παρ: Η αιμάσσουσα οικονομία της χώρας θα οδηγηθεί σε αδιέξοδο με τη μείωση των εξαγωγών.
Αυτός που υποφέρει.
Παρ: Ο αιμάσσων ελληνισμός της Κωνσταντινούπολης.
 
Κοινωνός  Αυτός που μετέχει σε κάτι, που αποκτά γνώση ενός θέματος συμμετέχοντας.
Παρ.: Μας κατέστησε κοινωνούς των γνώσεών του.
 
Τέττιξ  (ο) Ο τζίτζικας.
 
Πέργαμος  (η) Πόλη τής Δ. Μικράς Ασίας με έντονο ελληνικό στοιχείο από την αρχαιότητα μέχρι το 1922.
 
Μηδέποτε  Σε καμία απολύτως περίπτωση.
Παρ: Αείποτε εκπαιδευόμενος και μηδέποτε διδαχθείς.
 
Δυσεξίτηλος  Αυτός που δύκολα ξεβάφει, που δύσκολα χάνεται.
Παρ: (μτφ.) Δυσεξίτηλες μνήμες.
 
Διολίσθηση  Το γλίστρημα, η ολισθηρότητα.
(Οικον.) Η βαθμιαία μείωση τής αξίας νομίσματος, που προκαλείται από τις αλλαγές στις ισοτιμίες των νομισμάτων στη διεθνή χρηματαγορά.
 
Πρόσκομμα  Οτιδήποτε λειτουργεί ανασταλτικά, εμποδίζοντας προσπάθεια, διαδικασία.
Παρ.: Με διαρκείς ενστάσεις η αντιπολίτευση παρεμβάλλει συνεχώς προσκόμματα στην πορεία του κυβερνητικού έργου.
 
Θεοκρατία  Η άσκηση τής πολιτικής εξουσίας και η ρύθμιση τής κοινωνικής ζωής από φορείς συγκεκριμένης θρησκείας ή με επίκεντρο αυτούς, η ταύτιση της πολιτικής εξουσίας με τη θρησκευτική.
Παρ: Στο Ιράν μετά την ισλαμική επανάσταση επεβλήθη θεοκρατία.
 
Σιτοδεία  Η έλλειψη σιταριού και γενικότ. δημητριακών λόγω πενιχρής ή κατεστραμμένης σοδειάς.
(Κατ' επέκτ.) Η έλλειψη ή η απουσία τροφίμων για τη συντήρηση ανθρώπων και ζώων.
 
Συρράπτω  Συνδέω (πράγματα) ράβοντάς τα μεταξύ τους.
Συνδέω (χαρτιά) με συρραπτικό.
(Μτφ.) Συγκεντρώνω (αποσπάσματα κειμένων) από διάφορες πηγές δημιουργώντας ένα νέο.
Παρ: Συνέρραψε εργασίες άλλων και τις παρουσίασε σαν πρωτότυπο έργο δικό του.
 
Πρωτόζωο  (Βιολ.) Μονοκύτταρος ή ακύτταρος μικροοργανισμός, που απαντά κυρ. σε υδροτόπους, καθώς και όπου υπάρχει υγρασία
 
Άκων  Αυτός που πράττει ή παθαίνει κάτι παρά τη θέλησή του, αναγκαστικά, κυρίως στη φρ. εκών άκων: θέλοντας και μη, με το ζόρι.
Παρ: Ο ύποπτος οδηγήθηκε εκών άκων στον ανακριτή.
 
Κοσμώ  Κάνω (κάτι) όμορφο με την παρουσία μου.
Παρ. Πίνακες κοσμούν το κτήριο.
Προσδίδω τιμή και δόξα με την ύπαρξη μου.
Παρ. Λαμπρά ονόματα κοσμούν την ιστορία της πόλης.
 
Υπερκερώ  (Στη στρατηγική) Επεκτείνω το μέτωπο τής παράταξής μου, για να κυκλώσω το ένα ή και τα δύο άκρα τής εχθρικής παράταξης, περικυκλώνω τον εχθρό.
(Μτφ.) Πηγαίνω πάνω ή πέρα από (κάτι), ξεπερνώ με οποιονδήποτε τρόπο.
Παρ: Οι προσπάθειές μας δυστυχώς υπερκεράσθηκαν από τους ανταγωνιστές μας.
 
Πολυκλαδικός  Αυτός που διαχωρίζεται σε πολλούς επιμέρους κλάδους, τομείς.
Πολυκλαδικό (λύκειο) το λύκειο που παρέχει στον μαθητή τη δυνατότητα να επιλέγει μέσα από διάφορους κλάδους μαθημάτων αυτά που θα τον οδηγήσουν σε στοιχειώδη τεχνική / επαγγελματική κατάρτιση (όπως το τεχνικό λύκειο) ή θα προετοιμάσουν την εισαγωγή του σε Ανώτερες ή Ανώτατες Σχολές (όπως το γενικό λύκειο).
 
Διθύραμβος  Εορταστικό τραγούδι και στη συνέχεια είδος της χορικής ποίησης, με ενθουσιώδη χαρακτήρα, που τραγουδιόταν από χορευτές στο πλαίσιο της διονυσιακής λατρείας με τη συνοδεία αυλού. Αρχικά περιείχε θέματα από τη ζωή του Διονύσου και αποτέλεσε τον πρόδρομο της τραγωδίας.
Ιδιαιτέρως επαινετική κριτική.
 
Οικτίρω  Συμμερίζομαι τον πόνο, τη δυστυχία (κάποιου).
(Κακόσ.) Καταφρονώ.
 
Συντηρητισμός  Η πολιτική θέση και η γενικότερη στάση ζωής που υπαγορεύει εμμονή σε παλιές ιδέες και στη διατήρηση τής καθεστηκυΐας τάξης πραγμάτων και αποστροφή προς καθετί νέο ή νεωτεριστικό.
Παρ: Ο συντηρητισμός του δεν του επιτρέπει να συλλάβει τα οφέλη τής νέας τεχνολογίας.
 
Αβρός  Ο λεπτός και ευγενικός (στους τρόπους και την ομιλία).
Αυτός που χαρακτηρίζεται από απαλότητα, τρυφερός.
 
Εχέγγυος  Αυτός που παρέχει τις απαραίτητες εγγυήσεις, που μπορεί να τον εμπιστευτεί κανείς.
Εχέγγυο (το) Αυτό που παρέχεται ως η απαιτούμενη εγγύηση για την εξασφάλιση τού επιθυμητού αποτελέσματος.
Παρ: Έχει όλα τα εχέγγυα για να πετύχει.
 
Τακτικισμός  (Πολιτ.) Τρόπος πολιτικής συμπεριφοράς που χαρακτηρίζεται από τη χρησιμοποίηση μιας τακτικής για την εξυπηρέτηση μεμονωμένων στόχων και όχι ως μέρους ενός συνολικότερου πολιτικού σχεδίου και προγράμματος.
Παρ: Η αδυναμία τής αντιπολίτευσης να διαδραματίσει τον ουσιαστικό της ρόλο φαίνεται κατεξοχήν από τους τακτικισμούς της.
 
Μερκαντιλισμός  (Οικον.) Η εμποροκρατία (βλ. λ.).
 
Επαμφοτερίζω  Κλίνω άλλοτε προς το ένα και άλλοτε προς το άλλο μέρος, αμφιταλαντεύομαι.
(Μτφ.) (α) Επιδέχομαι διπλή ερμηνεία, είμαι διφορούμενος. (β) (για λέξεις) 'Εχω δύο τύπους.
Εμφανίζω δύο αντίθετες ιδιότητες, άλλοτε τη μία και άλλοτε την άλλη, ανάλογα με τις συνθήκες.
 
Υποθηκοφυλακείο  (Νομ.) Η δημόσια υπηρεσία και το γραφείο, στο οποίο εγγράφονται, φυλάσσονται ή αντίστοιχα απαλείφονται οι υποθήκες, οι κατασχέσεις, οι διεκδικητικές αγωγές κ.ά.
 
Οξύμωρος  Αυτός που εμπεριέχει λογική αντίφαση, παράλογος.
(Ρητορική φράση) Οξύμωρο σχήμα.