Μηδέποτε  Σε καμία απολύτως περίπτωση.
Παρ: Αείποτε εκπαιδευόμενος και μηδέποτε διδαχθείς.
 
Ειμαρμένη  Αυτό που θεωρείται ότι έχει προκαθοριστεί να συμβεί στον καθένα, η μοίρα που επηρεάζει και διαμορφώνει καθοριστικά τις επιλογές στη ζωή (κάποιου).
Παρ. Όλοι υποκύπτουν στην ειμαρμένη.
 
Σταθμίζω  Προσδιορίζω το βάρος σε (κάτι), ζυγίζω.
Χρησιμοποιώ τη στάθμη, για να καθορίσω την κατακόρυφη ή οριζόντια διεύθυνση σε (κάτι).
(Μτφ.) Μελετώ προσεκτικά και αξιολογώ (πριν καταλήξω σε οριστικές αποφάσεις).
Παρ: Στάθμισε τα υπέρ και τα κατά της συνεργασίας και αποφάσισε να δεχθεί.
 
Εμφιλοχωρώ  Διεισδύω ανάμεσα, προκύπτω ως παρεμβολή.
Παρ: Εμφιλοχωρούν διαφωνίες / παρεξηγήσεις / ασάφειες.
 
Λευχείμων  Αυτός που φορά λευκά ενδύματα.
 
Σιβυλλικός  Αυτός που σχετίζεται με τη Σίβυλλα.
Παρ: Σιβυλλικοί χρησμοί. // Σιβυλλικά βιβλία.
(Μτφ.) Αινιγματικός, μυστηριώδης.
Παρ: Έδωσε μια σιβυλλική απάντηση.
 
Τροφοτροπισμός  (Χωρ. πληθ.) Το φαινόμενο κατά το οποίο τα ψάρια και  ορισμένα άλλα ζώα κατευθύνονται ενστικτωδώς σε τόπους όπου υπάρχει αφθονία τροφής.
 
Περίγειο  (Αστρον.) Το πλησιέστερο προς τη Γη σημείο τής τροχιάς ουράνιου σώματος, που περιφέρεται γύρω από αυτή.
Παρ: Το περίγειο τής Σελήνης.
 
Μηχανοκρατία  (Χωρ. πληθ.) (Φιλοσ.) Η μεταφυσική θεωρία που ερμηνέυει όλα τα φαινόμενα τής φύσης, ακόμα και την ύπαρξη των ζωντανών οργανισμών, με βάση τη σχέση αιτίου-αποτελέσματος και με παραδοχή τής απόλυτης ισχύος και εφαρμογής των νόμων τής μηχανικής, ανάγοντας τα σύνθετα φαινόμενα σε απλούστερα (λ.χ. τα βιολογικά σε φυσικοχημικά), έτσι ώστε να αποκλείεται κάθε έννοια σκοπιμότητας.
 
Παρορώ  Αφήνω κάτι να περάσει χωρίς να του δώσω ιδιαίτερη προσοχή, προσποιούμαι πως δεν το βλέπω.
Αντιμετωπίζω χωρίς ενδιαφέρον, αδιάφορα.
Υποτιμώ τη σημασία πράγματος, αξιολογώ (κάτι) ως δευτερεύον.
 
Ιδιοτελής  Αυτός που αποσκοπεί αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση στενά ατομικών συμφερόντων ή καθετί που βασίζεται στο ατομικό όφελος.
Παρ.: Ιδιοτελή κίνητρα. // Ιδιοτελείς επιδιώξεις
 
Φενάκη  (Σπαν.) Η περούκα.
(Συνήθ.-μτφ) Η απάτη, το ψέμα.
 
Παραγάδι  Αλιευτικό όργανο σε σχήμα μακρού νήματος (μέχρι 200 μέτρα), από το οποίο κρέμονται σε σταθερές αποστάσεις άλλα μικρότερα νήματα με δολωμένα αγκίστρια στο άκρο τους, ενώ το όλο σύστημα βυθίζεται στο νερό και συγκρατείται στον βυθό με βαρίδια.
 
Ρηξικέλευθος  Αυτός που έρχεται σε ρήξη με τα υπάρχοντα και ισχύοντα, που τολμά το νέο και πρωτοποριακό.
Παρ: ρηξικέλευθη λύση/πρόταση/πολιτική
 
Απελεύθερος  (Στην αρχαία Αθήνα και Ρώμη) Δούλος που απέκτησε την ελευθερία του είτε από τον κύριό του είτε εξαγοράζοντάς την ο ίδιος.
 
Πενιχρός  Φτωχικός.
(Κατ επέκτ.) Πάρα πολύ λίγος ή υπερβολικά μικρός, αυτός που δεν επαρκεί (για κάτι).
(Μτφ.) Αυτός που δεν έχει μεγάλη αξία ή ουσιαστικό περιεχόμενο, ο ανάξιος λόγου.
 
Λαθροχειρία  Η αφαίρεση, κλοπή πράγματος με τρόπο, ώστε να μη γίνει η ενέργεια αντιληπτή.
 
Ενίσταμαι  Προβάλλω έντονη αντίρρηση, αντιδρώ έντονα.
(Ειδικότ.) (Νομ.) Υποβάλλω ένσταση.
 
Ατόπημα  Η ακατάλληλη για τις περιστάσεις ενέργεια ή πράξη.
Παρ: Υπέπεσε σε σοβαρά ατοπήματα κατά τον χειρισμό τής υποθέσεως.
 
Συναγείρω  Ενεργώ, ώστε να συγκεντρωθεί (πλήθος ανθρώπων).
Παρ: Το κάλεσμα τής επιτροπής συνήγειρε τον κόσμο.
Καλώ και συγκεντρώνω απότομα.
 
Ράδιο  Το ραδιόφωνο.
(Χωρ. πληθ.) Εξαιρετικά ραδιενεργό μεταλλικό στοιχείο (σύμβολο Ra) αργυρόλευκου χρώματος, που απαντά στον πισουρανίτη (ορυκτό τού ουρανίου) ως προϊόν ραδιενεργού διασπάσεως τού ουρανίου.
 
Πολύμετρο  (Τεχνολ.) Συσκευή που περιλαμβάνει συνδυασμό οργάνων (αμπερόμετρο, βολτόμετρο και ωμόμετρο) με ευρεία χρήση σε διάφορες ηλεκτρικές μετρήσεις (τάσης, έντασης, αντίστασης κ.λπ.).
 
Ανάλγητος  Αυτός που δεν αισθάνεται πόνο, (κυρ. μτφ.) αυτός που δεν δείχνει συμπόνια, ευαισθησία μπροστά στον ανθρώπινο πόνο, που δεν έχει ανθρωπιά.
Παρ: Ανάλγητη συμπεριφορά / πολιτική.
 
Πολυγράφος  Αυτός που έχει πλούσιο συγγραφικό έργο. συνήθ. στον υπερθ. πολυγραφότατος, -η, -ο.
Παρ: Πολυγραφότατος συγγραφέας.
 
Διαμείβομαι  Ανταλλάσσομαι.
Παρ. Κανείς δεν γνωρίζει τι ακριβώς διημείφθη μεταξύ τους.
Φρ. Διαμειφθέντα (τα) οι συζητήσεις που έγιναν, τα λόγια που ειπώθηκαν, που ανταλλάχθηκαν σε συζήτηση.
Παρ. Τα διαμειφθέντα μεταξύ των δύο πλευρών.
 
Φαεινός  Φωτεινός, λαμπρός. στις φρ. (α) φαεινή ιδέα (η) θαυμάσια ιδέα, η ιδέα που έρχεται στο μυαλό κάποιου σαν φως που φώτισε, έλαμψε ξαφνικά (β) ηλίου φαεινότερον για πράγματα αυταπόδεικτα, που δεν αμφισβητούνται, που είναι απολύτως αυτονόητα. Παρ: Είναι ηλίου φαεινότερον ότι η σύμπτωση των θέσεών τους οφείλεται σε προσυνεννόηση.
 
Ορυμαγδός  Δυνατός θόρυβος από πολλούς διαφορετικούς ήχους, γενικευμένη αναστάτωση.
(Μτφ) Πλήθος (έντονων αντιδράσεων, εκδηλώσεων)
 
Λυσίκομος  Αυτός που έχει λυμένα, ξέπλεκα μαλλιά.
Παρ.: Λυσίκομος νεάνις.
 
Παράπηγμα  Πρόχειρη, κυρ. ξύλινη κατασκευή για τη στέγαση ανθρώπων, η παράγκα.
Παραπήγματα (τα) (α) τα εξαρτήματα τού καταστρώματος και των τοιχωμάτων πλοίου (β) πρόχειρος, κυρ. εκτός σχεδίου, οικισμός στα περίχωρα αστικού κέντρου (γ) στρατιωτική κατασκήνωση.
 
Είθισται  Συνηθίζεται, υπάρχει η συνήθεια.
Παρ: Είθισται να προσφέρονται άνθη στους επιτυχόντες.