Γραφίδα  Το όργανο με το οποίο γράφουμε πάνω στο χαρτί.
Παρ. Γραφίδα από φτερό πτηνού // Μεταλλική γραφίδα.
Ο τρόπος γραπτής έκφρασης.
Παρ. Η γραφίδα του καυτηριάζει τα κακώς κείμενα.
 
Ευδαιμονίζω  Θεωρώ ή ονομάζω (κάποιον) ευτυχισμένο.
 
Φθορισμός  (Χωρ. πληθ.) (Φυσ.) Η ιδιότητα ορισμένων σωμάτων να απορροφούν το φως και στη συνέχεια να το εκπέμπουν σε μεγαλύτερο μήκος κύματος, όταν βρεθούν υπό την επενέργεια ακτινοβολίας, ορατής ή αόρατης (όπως λ.χ. οι ακτίνες Χ, η υπεριώδης ακτινοβολία κ.ά.)
 
Προνουντσιαμέντο  (Κυρ. στην Ισπανία και στις χώρες τής Λατινικής Αμερικής) Στρατιωτικό διάγγελμα που αναγγέλλει την ανατροπή υφιστάμενου πολιτικού καθεστώτος.
(Συνεκδ.) Ανατρεπτική στάση εναντίον πολιτικού καθεστώτος.
 
Αναψηλάφηση  Η λεπτομερής και εις βάθος επανεξέταση.
Έκτακτο ένδικο μέσο με το οποίο ο ηττημένος διάδικος ζητεί από το δικαστήριο να εξαφανίσει τελεσίδικη απόφαση που έχει εκδώσει, ώστε να εκδικασθεί ξανά η υπόθεσή του και να εκδοθεί ευνοϊκότερη απόφαση.
 
Σκιαγραφώ  Απεικονίζω (πρόσωπο ή πράγμα), αποδίδοντας μόνο το περίγραμμά του με τις βασικές του γραμμές.
(Μτφ.) Περιγράφω (κάτι) με σύντομη αναφορά στα βασικά χαρακτηριστικά του, διαγραμματικά.
Παρ: Σκιαγραφώ τα σχέδιά μου για το μέλλον.
 
Πίνδαρος  Αρχαίος Έλληνας λυρικός ποιητής (περ. 520-446 π.Χ.), ο οποίος συνέθεσε ωδές και επινίκιους ύμνους προς τιμήν των νικητών των πανελλήνιων αγώνων.
Ανδρικό όνομα.
 
Σολοικισμός  Το εκφραστικό, συντακτικό λάθος κατά την εκφορά του λόγου, στη διατύπωση.
Παρ: Η ομιλία του στην τηλεόραση δεν ήταν απαλλαγμένη από σολοικισμούς και έδωσε λαβή σε επικριτικά σχόλια.
 
Προσηνής  Αυτός που αποπνέει ευγένεια και γλυκύτητα, που χαρακτηρίζεται από μειλιχιότητα, ευγενική και φιλική συμπεριφορά.
 
Πιστοποίηση  Η βεβαίωση, η επικύρωση τής αλήθειας ή τής γνησιότητας ενός πράγματος.
Παρ: Πιστοποίηση ταυτότητας / υπογραφής // Η πιστοποίηση τής γνησιότητας εγγράφου από γραφολόγο.
 
Εικονοκλαστικός  Ο εικονομαχικός, αυτός που σχετίζεται με την εικονομαχία.
(Μτφ.) Ο ριζοσπαστικός, ο ρηξικέλευθος.
Παρ: Εικονοκλαστική αντίληψη του χώρου και της κίνησης στο θέατρο.
 
Φερέγγυος  Αυτός που παρέχει εγγυήσεις για την τήρηση των οικονομικών του υποχρεώσεων.
Παρ: Φερέγγυος οφειλέτης.
Αυτός που εμπνέει εμπιστοσύνη.
Παρ: Φερέγγυος συνεργάτης // Φερέγγυες προτάσεις.
 
Προσήκων  Αυτός που αρμόζει, που ταιριάζει (σε κάποιον / κάτι).
Παρ: Ο προσήκων σεβασμός προς τους ηλικιωμένους.
Προσήκον (το) το χρέος, αυτό που επιβάλλεται να γίνει.
 
Επαλληλία  Η διαδοχική σειρά, η αλληλοδιαδοχή.
 
Τύρφη  (Χωρ. πληθ.) (Γεωλ.) Οργανικό καύσιμο με μαύρο ή καστανό χρώμα, που σχηματίζεται από τη συσσώρευση και τη μερική αποσύνθεση των φυτικών υπολειμμάτων.
 
Τριώδιο  Λειτουργικό εκκλησιαστικό βιβλίο που περιλαμβάνει τις ακολουθίες της Μεγάλης Παρασκευής από την Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου μέχρι το Μεγάλο Σάββατο.
Οι τρεις εβδομάδες της Αποκριάς.
Παρ. Ανοίγει/ αρχίζει/ κλείνει το Τριώδιο.
 
Σκώπτω  Χρησιμοποιώ σκώμματα.
 
Ρηξικέλευθος  Αυτός που έρχεται σε ρήξη με τα υπάρχοντα και ισχύοντα, που τολμά το νέο και πρωτοποριακό.
Παρ: ρηξικέλευθη λύση/πρόταση/πολιτική
 
Ικμάδα  (Σπάν.-κυριολ.) Η υγρασία τής γης, που ευνοεί την ανάπτυξη των φυτών.
(Μτφ. για πρόσ.) Η ζωτικότητα.
Παρ.: Γεμάτος νεανική ικμάδα.
 
Παραχαράσσω  Παραποιώ (νόμισμα, χαρτονόμισμα), κατασκευάζω κίβδηλο αντίστοιχό του.
(Μτφ.) Διαστρέφω, παραποιώ, αποδίδω με πλαστό τρόπο.
Παρ.: Παραχαράσσω την αλήθεια / την ιστορία.
 
Πλήττω  Καταφέρω πλήγμα, χτύπημα εναντίον (κάποιου).
Παρ: Συμμαχικά πυροβόλα έπληξαν εχθρικούς στόχους.
(Μτφ.) Προκαλώ ψυχική ή υλική βλάβη, ζημιώνω (κάποιον).
Παρ: Τα οικονομικά μέτρα τής κυβέρνησης πλήττουν τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους.
(Η μτχ. πληγείς, -είσα, -έν) Αυτός που έχει υποστεί πλήγμα.
Παρ: Οι πληγείσες από τις πλημύρες περιοχές // Οι πληγέντες από τους σεισμούς.
Αισθάνομαι πλήξη, ανία, δεν βρίσκω ενδιαφέρον σε τίποτα.
 
Εκών  Αυτός που πράττει ή παθαίνει (κάτι) με τη θέλησή του.
Παρ: Διατείνεται ότι τα σκάνδαλα διαπράχθηκαν εκόντος τού προέδρου.
Φρ. εκών άκων θέλοντας και μη, με το ζόρι.
Παρ: Ο ύποπτος οδηγήθηκε εκών άκων στον ανακριτή.
 
Αειθαλής  (Για δέντρο, φυτό) Αυτός που διατηρεί το φύλλωμά του όλες τις εποχές.
(Μτφ.) Αυτός που διατηρεί τη νεότητα, την ακμή, τη σφριγηλότητά του.
Παρ: Αειθαλής προσωπικότητα
 
Τρυφηλός  (Για πρόσ.) Αυτός που αγαπά την τρυφή, τον μαλθακό και ηδυπαθή βίο, που αναζητεί τις απολαύσεις και τις σαρκικές ηδονές.
Αυτός που είναι γεμάτος ανέσεις και απολαύσεις.
Παρ: Τρυφηλή ζωή.
 
Οιωνίζω  (Στην αρχαιότητα) Μαντεύω το μέλλον παρατηρώντας τον τρόπο πτήσεως των πτηνών και ακούγοντας τις κραυγές τους.
(Κατ' επέκτ.) Προλέγω (πράγματα που πρόκειται να συμβούν).
 
Πόρισμα  Το σύνολο των συμπερασμάτων σχετικά με συγκεκριμένο ζήτημα.
Παρ: Τα πορίσματα τής επιστημονικής ημερίδας.
(Μαθ.) Η πρόταση τής οποίας η αλήθεια είναι άμεσα φανερή από ένα ή περισσότερα προηγούμενα θεωρήματα.
 
Περίσσιος  Αυτός που υπάρχει παραπάνω από το κανονικό ή το σύνηθες, σε αφθονία.
Παρ: Περίσσια αγάπη / ομορφιά // Περίσσιος πλούτος.
Αυτός που  περισσεύει, που είναι περιττός.

 
Ερέτης  Ο κωπηλάτης. (Θηλ.) η ερέτρια.
 
Παρυφή  Το τελείωμα υφάσματος ή ενδύματος.
(Συνήθ. στον πληθ.) Το άκρο, το όριο.
Παρ: Οι παρυφές τού βουνού / τής λίμνης / τής πόλης / ενός δάσους.
(Μτφ.) Το περιθώριο.
Παρ: Ζουν στις παρυφές τής κοινωνίας.
 
Επαμφοτερίζω  Κλίνω άλλοτε προς το ένα και άλλοτε προς το άλλο μέρος, αμφιταλαντεύομαι.
(Μτφ.) (α) Επιδέχομαι διπλή ερμηνεία, είμαι διφορούμενος. (β) (για λέξεις) 'Εχω δύο τύπους.
Εμφανίζω δύο αντίθετες ιδιότητες, άλλοτε τη μία και άλλοτε την άλλη, ανάλογα με τις συνθήκες.
 
Πασιφισμός  Ελλην. ειρηνισμός. η αντίθεση στη διεξαγωγή πολέμων και στη χρήση βίας ως μέσων για την διευθέτηση διαφορών. η άρνηση συμμετοχής σε πολεμικές ενέργειες λόγω αρχών ή πεποιθήσεων.
 
Ερίτιμος  (Για γραπτές ή προφορικές προσφωνήσεις) Ο εξαιρετικά σεβαστός και έντιμος.
Παρ. Ο ερίτιμος πρόεδρος του Σωματείου / του Ιδρύματος.
 
Περσεφόνη  (Μυθολ.) Κόρη τής Δήμητρας και του Δία και σύζυγος τού Πλούτωνα, θεά τού Κάτω Κόσμου, τής βλάστησης και τής μυστηριακής λατρείας τής φύσης.
Γυναικείο όνομα.
 
Κάματος  Η σωματική καταπόνηση, που οφείλεται σε σκληρή εργασία.
Παρ.: Δεν υπολόγιζε τον κάματο, προκειμένου να πετύχει στο έργο του.
 
Πόλωση  (Φυσ.) (α) Η δημιουργία διαφοράς δυναμικού μεταξύ δύο αγωγών (β) (για το φως) η εξασθένιση τής έντασης τού φωτός μετά από ανάκλαση ή διάθλαση υπό ορισμένες συνθήκες.
Παρ: Πόλωση τού φωτός.
(Μτφ.) Η δημιουργία δύο πόλων με αντίθετο πολιτικοϊδεολογικό περιεχόμενο, γύρω από τους οποίους συσπειρώνονται άτομα με όχι απόλυτα ταυτόσημες ιδέες και απόψεις.
Παρ: Η πόλωση τής πολιτικής ζωής οδηγεί στη συρρίκνωση των μικρότερων κομματικών σχηματισμών.
 
Ομμα  Το μάτι. κυρ. στις φρ. (α) ιδίοις όμμασιν με τα ίδια (μου) τα μάτια (β) υπό τα όμματα μπροστά στα μάτια, υπό το βλέμμα.
Παρ. Πολιτικοί που διαπληκτίζονται υπό τα όμματα των τηλεθεατών.

 
Λαγαρός  Αυτός που είναι απαλλαγμένος από ξένα σώματα.
Παρ: Λαγαρό νερό/κρασί/χρυσάφι.
 
Μετριοπάθεια  Το να είναι κανείς μετριοπαθής, να αποφέυγει τις ακραίες θέσεις και την αδιαλλαξία.
Παρ: Τον χαρακτηρίζει η μετριοπάθεια
 
Σάτιρα  Λογοτεχνικό είδος (έμμετρο ή πεζό) όπου ασκείται κριτική με τρόπο σκωπτικό σε πρόσωπα και καταστάσεις της κοινωνίας με σκοπό τη διόρθωσή τους (σε αντιδιαστολή με την κωμωδία).
Ρωμαϊκό σκωπτικό ποίημα.
(Γενικότ.) Η διακωμώδηση, η σκωπτική κριτική.
Παρ: Σάτιρα της πολιτικής κατάστασης.
 
Σκηπτούχος  Αυτός που έχει ή κρατά σκήπτρο.
(Ως ουσ.) Αυτός που κατέχει τον θρόνο και τα πρωτεία τής εξουσίας, ο βασιλιάς.