Μαζοχισμός  (Ψυχολ.) Ψυχοσεξουαλική διαταραχή, κατά την οποία ικανοποιείται κανείς σεξουαλικά, υφιστάμενος πόνο, κακοποίηση ή ηθική μείωση.
(Κατ' επέκτ.) Το να ευχαριστιέται κανείς υποφέροντας.
(Συνεκδ.- Οικ.) Κάθε πράξη ή κατάσταση, την οποία επιλέγει ή υφίσταται κανείς, ενώ είναι πολύ δυσάρεστη γι' αυτόν.
 
Ραστώνη  Η τάση αδράνειας και παθητικής αποδοχής των πραγμάτων, η έλλειψη ενεργού ενδιαφέροντος.
Παρ: Τέτοια προβλήματα αντιμετωπίζονται με αγώνες και όχι με τη ραστώνη που χαρακτηρίζει την επαναπαυμένη κοινωνία μας.
Η ηπιότητα των αντιδράσεων, η απουσία εξάρσεων ή δυναμισμού.
Παρ: Αυτόν τον καιρό παρατηρείται ένα κλίμα ραστώνης στην αντιπολίτευση.
 
Ηθικολογία  Η ηθική διδασκαλία, το φιλοσοφικό κήρυγμα περί σωστού και λάθους, αγαθού και κακού.
(Ειρων.) Κάθε κριτική περί του σωστού ή λάθους μιας συμπεριφοράς, κάθε ηθική αξιολόγηση που διατυπώνεται με κατακριτική κυρίως διάθεση, ιδίως όταν αυτή απορρέει από μια περιορισμένη αντίληψη και οπτική.
Παρ. Στείρα ηθικολογία.
 
Ακροθιγώς  Χωρίς εμβάθυνση ή ακρίβεια, κατά τρόπο γενικό (ή και επιπόλαιο), χωρίς ανάλυση ή λεπτομέρειες.
Παρ: Συζητήσαμε το θέμα ακροθιγώς, δεν προχωρήσαμε σε λεπτομέρειες.
 
Δέομαι  Απευθύνω παράκληση, ικεσία, προσευχή προς τον Θεό, κάνω δέηση.
Παρ. Εδεήθη υπέρ διασώσεως του πληρώματος.
 
Ευσχήμων  Ευπρεπής στην εμφάνιση και στη συμπεριφορά.
 
Μωρόπιστος  Αυτός που είναι εύπιστος (από ακρισία ή έλλειψη πείρας).
Παρ. Μην είσαι μωρόπιστος και μην παρασύρεσαι από τις υποσχέσεις των δημαγωγών.
 
Φαρέτρα  Η δερμάτινη θήκη στην οποία τοποθετούσαν οι τοξότες τα βέλη τους.
Παρ: (Μτφ.) Η Ελλάδα διαθέτει πολλά επιχειρήματα στη διαπραγματευτική της φαρέτρα.
 
Σάρωθρο  (Γενικά) Η σκούπα.
(Ειδικότ.) Το όχημα που φέρει μηχανισμό με περιστρεφόμενο κύλινδρο με φυτικές ή συνθετικές ίνες (σαν βούρτσα) στα άκρα για τον καθαρισμό των δρόμων.
 
Πελταστής  (Κατά την αρχαιτότητα) Στρατιώτης ελαφρά οπλισμένος με πέλτη και ακόντιο.
 
Μεθοδισμός  

(Χωρ. πληθ.) Χριστιανική κίνηση τής Αγγλικανικής Εκκλησίας, με διάδοση στην Αγγλία και την Αμερική, η οποία χαρακτηρίζεται από μεγάλη ηθική αυστηρότητα.


 
Αειθαλής  (Για δέντρο, φυτό) Αυτός που διατηρεί το φύλλωμά του όλες τις εποχές.
(Μτφ.) Αυτός που διατηρεί τη νεότητα, την ακμή, τη σφριγηλότητά του.
Παρ: Αειθαλής προσωπικότητα
 
Εκπεφρασμένος  Αυτός που έχει εκφρασθεί, έχει δηλωθεί.
Παρ: Η εκπεφρασμένη θέληση του λαού αντανακλάται στο εκλογικό αποτέλεσμα.
 
Παραπαίω  Περπατώ χωρίς σταθερότητα, τρεκλίζοντας.
(Μτφ.) Είμαι αποδυναμωμένος, ασταθής, χωρίς σταθερό προσανατολισμό.
Παρ.: Η οικονομία τής χώρας παρέπαιε υπό το βάρος των ελλειμμάτων.
 
Υποφορά  (Χωρ. πληθ.) 1. (Ρητορ.) Σχήμα λόγου, κατά το οποίο ο ομιλητής θέτει ερώτηση, την οποία σπεύδει ο ίδιος να απαντήσει (ανθυποφορά), χωρίς να περιμένει απάντηση.
(Στη δημοτική ποίηση) Το σχήμα κατά το οποίο υποβάλλεται πρώτα μια ερώτηση (για γεγονός, φαινόμενο ή πράξη), έπειτα προβάλλεται ερωτηματικά μια πιθανή απάντηση-εξήγηση και τέλος αναιρείται αυτή, δηλώνοντας τι πραγματικά συμβαίνει (ανθυποφορά).
 
Ψυχανθές  (το) (Βοτ.) Κάθε φυτό που περιλαμβάνεται στην οικογένεια φυτών τής οποίας τα άνθη μοιάζουν με πεταλίδες, όπως η φασολιά, η ρεβιθιά, η φακή, ο αρακάς κ.λπ.
 
Δυνάστης  Αυτός που ασκεί απολυταρχικά την εξουσία, ο απόλυτος άρχων.
(Μτφ.) Ο άνθρωπος που έχει αυταρχική συμπεριφορά.
 
Γραφίδα  Το όργανο με το οποίο γράφουμε πάνω στο χαρτί.
Παρ. Γραφίδα από φτερό πτηνού // Μεταλλική γραφίδα.
Ο τρόπος γραπτής έκφρασης.
Παρ. Η γραφίδα του καυτηριάζει τα κακώς κείμενα.
 
Πέτομαι  Ανεβαίνω ψηλά, πετώ.
(Μτφ.) η σκέψη / ο νούς πέτεται.
(Μτφ.) 'Εχω μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου, πιστεύω ότι είμαι σπουδαίος και το δείχνω.
Παρ. "Τη δύναμή του επέτετο πολλά 'τον καυκησάρης" (Ερωτόκριτος).
 
Συνδαιτυμόνας  Καθένα από τα πρόσωπα που λαμβάνουν μέρος σε γεύμα.
Επίσης συνδαιτυμών.
 
Μελπομένη  (Μυθολ.) Κόρη τού Δία και τής Μνημοσύνης, μία από τις εννέα Μούσες, προστάτιδα τής τραγωδίας και τής μουσικής.
 
Ανυπόκριτος  Αυτός που δεν ενέχει υποκρισία, ο ειλικρινής.
Παρ: Το ενδιαφέρον του είναι ανυπόκριτο (δεν υποκρίνεται ότι ενδιαφέρεται, ενδιαφέρεται πραγματικά) // Ανυπόκριτη αγάπη / φιλία / αφοσίωση.
 
Πλατωνισμός  Το φιλοσοφικό σύστημα τού Πλάτωνος και (γενικότ.) το σύνολο των διατυπωμένων ιδεών του.
Φρ. πλατωνισμός τού πνεύματος η περιοριστική για την ελεύθερη έρευνα εμφατική προσήλωση σε μία ιδέα.
(Μτφ.) Κάθε ενέργεια που στερείται πρακτικού αποτελέσματος.
 
Παλμός  Παλινδρομική κίνηση μικρής διάρκειας και εύρους.
(Ειδικότ.) Η ρυθμική συστολή και διαστολή τής καρδιάς.
3. Η ένταση, ο ρυθμός, ο ενθουσιασμός που πάλλει.
Παρ: Η διαδήλωση είχε όγκο και παλμό.
(Αθλ.) Το σύνολο των προπαρασκευαστικών κινήσεων που εκτελεί αθλητής κατά τη ρίψη σφαίρας ή ακοντίου ή (ειδικότ.) άλτης πριν από το άλμα του.
(Φυσ.) Η απότομη και για μικρό διάστημα μεταβολή φυσικού μεγέθους.
 
Ζωοποιώ  Δημιουργώ ζωή, δίνω ζωή.
(Μτφ.) Ενισχύω ηθικά και ψυχικά, προσφέρω συναισθηματική υποστήριξη.
 
Θεογονία  Η γέννηση των θεών.
(Συνεκδ.) Οι παραδόσεις που αναφέρονται στο μυθολογικό πλαίσιο θεϊκών γενεαλογιών.
Παρ: Ησιόδεια θεογονία.
 
Υφολογία  (Χωρ. πληθ.) Κλάδος της γλωσσολογίας και της Θεωρίας τής Λογοτεχνίας, που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη τού γλωσσικού ύφους στον λόγο και ειδικότ. στα λογοτεχνικά κείμενα.
 
Μειδιώ  Χαμογελώ.
 
Έξαλα  Το τμήμα πλοίου, που βρίσκεται έξω από την επιφάνεια τής θάλασσας, πάνω από την ίσαλο γραμμή.
 
Φωτόλυση  (Χημ.) Η χημική αποσύνθεση, δηλ. η διάσπαση χημικής ενώσεως σε μικρότερες μονάδες ως αποτέλεσμα τής απορρόφησης φωτεινής ακτινοβολίας.
Παρ: Φωτόλυση τού νερού (η διάσπαση τού νερού κατά τη φωτοσύνθεση, οπότε και απελευθερώνεται οξυγόνο, ιόντα υδρογόνου και ηλεκτρόνια).
(Φυσ.) Το σύνολο των μεταβολών ή των αλλοιώσεων που προκαλούνται στα διάφορα σώματα από την απορρόφηση φωτονίων.