Τετριμμένος  Αυτός που έχει απολέσει την ιδιαιτερότητα ή την ξεχωριστή του σημασία, αυτός που δεν διαθέτει πρωτοτυπία.
Παρ: Τετριμμένη διατύπωση / φράση.
Τετριμμένα (τα) αυτά που καθημερινά συναντά κανείς, ό,τι είναι δεδομένο ή αναμενόμενο στο πλαίσιο τής καθημερινής ζωής.
Παρ: Η πρωτοποριακή γραφή του είναι εντελώς πέρα από τα τετριμμένα.
 
Πλαστοπροσωπία  Η δόλια παρουσίαση προσώπου με τα στοιχεία άλλου, το να υποδύεται κανείς ότι είναι κάποιος άλλος (με σκοπό την πρόκληση βλάβης ή για λόγους προσωπικού συμφέροντος).
Παρ: Του ασκήθηκε μήνυση για πλαστοπροσωπία.
 
Ειμαρμένη  Αυτό που θεωρείται ότι έχει προκαθοριστεί να συμβεί στον καθένα, η μοίρα που επηρεάζει και διαμορφώνει καθοριστικά τις επιλογές στη ζωή (κάποιου).
Παρ. Όλοι υποκύπτουν στην ειμαρμένη.
 
Εναπόκειται  Εξαρτάται (από πρόσωπο, γεγονός, κατάσταση κ.λπ.), αφήνεται στη διάθεση ή την εξουσία (κάποιου).
Παρ: Η θετική ή αρνητική ψήφος εναπόκειται στη συνείδηση κάθε βουλευτή. // Στους Έλληνες πολίτες εναπόκειται η τήρηση του Συντάγματος.
 
Προσέτι  Επιπλέον, ακόμη.
 
Ρητορεύω  Ασκώ τη ρητορική τέχνη, αγορεύω δημοσίως, εκθέτω τις απόψεις μου επιχειρηματολογώντας.
(Κακόσ.) Μιλώ με πομπώδη τρόπο, προσπαθώντας να εντυπωσιάσω.
 
Ζείδωρος  Αυτός που δίνει ζωή, ο ζωογόνος.
Παρ: τα ζωντανά, τα ζείδωρα στοιχεία της παράδοσής μας
 
Διαπιστευτήρια  Το επίσημο κυβερνητικό έγγραφο με το οποίο δηλώνεται ο διορισμός τού διπλωματικού αντιπροσώπου σε μια άλλη χώρα.
Παρ: Σύμφωνα με το διπλωματικό πρωτόκολλο, κάθε νέος πρεσβευτής επισκέπτεται τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και του επιδίδει τα διαπιστευτήριά του.
 
Πρωτοστάτης  Αυτός που διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην επίτευξη έργου που βρίσκεται επί κεφαλής ενέργειας, κινήσεως κ.λπ.
Παρ: Ο υπουργός καταφέρθηκε κατά των πρωτοστατών τής απεργίας.
 
Παρωθώ  Ωθώ, ασκώντας πίεση από τα πλάγια.
(Μτφ.) Προτρέπω σε δράση.
 
Παγκράτιο  Μικτό αρχαιοελληνικό αγώνισμα, που συνδύαζε πάλη και πυγμαχία.
 
Λογείο  (Στο αρχαίο θέατρο) Το τμήμα τής σκηνής στο οποίο εμφανίζονταν οι ηθοποιοί.
 
Γονίδιο  Η βασική φυσική μονάδα κληρονομικότητας, που περιέχεται σε ένα χρωμόσωμα, αποτελείται από ένα μόριο D.N.A. ή R.N.A. και μεταδίδεται κληρονομικά στον απόγονο, καθορίζοντας τα εγγενή χαρακτηριστικά του.
 
Λυκόφως  Το αμυδρό φως που μένει μετά τη δύση τού ηλίου και μέχρι να νυχτώσει.
(Μτφ.) Εποχή παρακμής, το τέλος μιας περιόδου.
Παρ.: Το λυκόφως τού μεσαίωνα.
 
Σχίσμα  (Μτφ.) Η διαφορά απόψεων, που επιφέρει διάσπαση σε ένα σύνολο.
(Εκκλησ.) (α) Η απομάκρυνση μέρους των πιστών, ο χωρισμός τους σε δύο ή και περισσότερες ομάδες εξαιτίας λόγων εκκλησιαστικής τάξεως, ιεραρχίας, διοικητικών και λιγότερο εξαιτίας δογματικών διαφορών (β) Σχίσμα (το) η διάσταση στο εσωτερικό τής χριστιανικής Εκκλησίας, που εκδηλώθηκε τον 9ο αι. και οριστικά το 1054 και οδήγησε στη διαίρεση τής Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας.
 
Εγκάρσιος  Αυτός που τέμνει κατά μήκος ή κατά πλάτος.
Παρ. Εγκάρσια τομή.
 
Πιερότος  Πρόσωπο τής παλαιάς ιταλικής κωμωδίας, που έπαιζε τον ρόλο τού υπηρέτη και φορούσε κοντό και πλατύ χιτώνα λευκού χρώματος, με πτυχωτό γιακά.
 
Τριηραρχία  (Στην αρχαία Αθήνα) Δημόσια λειτουργία, σύμφωνα με την οποία οι πιο εύποροι πολίτες ανελάμβαναν τα έξοδα εξοπλισμού τριήρους.
 
Ευδία  Ο αίθριος και γλυκός καιρός, οι καλές καιρικές συνθήκες.
Παρ: Ανοιξιάτικη ευδία.
 
Συναίνεση  Η συγκατάθεση (κάποιου) σε (κάτι), το να επιτρέπει να συμβεί κάτι.
Φρ. (Κοινωνιολ.) κοινωνική συναίνεση η αποδοχή ή/και η στήριξη που παρέχει το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος τής κοινωνίας σε αποφάσεις που αφορούν σε αυτήν.
Παρ: Το κυβερνητικό έργο δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς κοινωνική συναίνεση.
(Νομ.) Δήλωση επιτρεπτικής βουλήσεως η οποία είναι απαραίτητη σύμφωνα με τον νόμο, για να είναι έγκυρες ορισμένες δικαιοπραξίες.
Φρ. κοινή συναινέσει με κοινή συγκατάθεση.
Παρ: Ζήτησαν να βγει το διαζύγιο κοινή συναινέσει .
(Νομ.) Διαδικασία λήψεως αποφάσεων σε διεθνές όργανο, κατά την οποία ένα ζήτημα δεν τίθεται σε ψηφοφορία, αλλά ζητείται η απλή συγκατάθεση των μελών που παρίστανται.
 
Παρεμφατικός  Αυτός που παρεμφαίνει, που υποδηλώνει κάτι.
Φρ. (Γλωσσ.) παρεμφατικές εγκλίσεις (οι) η οριστική, η υποτακτική, η ευκτική και η προστακτική, οι οποίες δηλώνουν το πρόσωπο και τον αριθμό, σε αντιδιαστολή προς το απαρέμφατο, που δεν τα δηλώνει.
 
Δημαγωγία  Η προσπάθεια παραπλάνησης και απόσπασης της εύνοιας του λαού με αθέμιτους τρόπους (κολακείες, ψεύτικες υποσχέσεις, σκόπιμη συγκινησιακή φόρτιση κ.ά.).
Παρ. Η δημαγωγία χαρακτηρίζει πολλούς πολιτικούς.
(Συνεκδ.) Λόγος που αποσκοπεί στην παραπλάνηση του λαού και την απόσπαση της εύνοιάς του.
 
Υστερόχρονος  Αυτός που έπεται χρονικά κάποιου άλλου.
υστερόχρονο (το) το χρονικό διάστημα που ακολουθεί κάποιο άλλο.
Παρ: Το επίρρημα "κατόπιν" δηλώνει το υστερόχρονο, ενώ το "προηγουμένως" το προτερόχρονο.
 
Πολυσχιδής  Αυτός που έχει διαιρεθεί σε πολλά μέρη, που έχει πολλές διακλαδώσεις.
(Μτφ.) Αυτός που εκτείνεται σε πολλά πεδία, που καλύπτει πολλούς τομείς.
Παρ: Πολυσχιδής δράση / δραστηριότητα // πολυσχιδή καθήκοντα.
 
Προτεκτοράτο  Το καθεστώς που εδραιώνεται με συμφωνία μεταξύ κρατών, από τα οποία το ένα ελέγχει ως προστάτιδα δύναμη το άλλο, στού οποίου τις εσωτερικές υποθέσεις αναμειγνύεται αποφασιστικά.
Το κράτος που τελεί υπό τον έννομο έλεγχο προστάτιδας δύναμης, έχοντας απολέσει την εθνική του αυτοδιάθεση. 
(Γενικότ.) Το κράτος που έχει ουσιαστικά χάσει την εθνική του αυτοδιάθεση και βρίσκεται υπό τον έλεγχο άλλου ισχυροτέρου.
 
Κράτιστος  Αυτός που διαθέτει τη μέγιστη δύναμη, ισχύ, το μεγαλύτερο κύρος.
Φρ. Κατά το κράτιστον / από του κρατίστου κατά άριστο τρόπο.
Παρ. 'Επραξε κατά το κράτιστον.
 
Πίθος  (ο) Το πιθάρι.
Φρ. (α) (Μυθολ.) πίθος των Δαναΐδων πιθάρι χωρίς πυθμένα, το οποίο οι Δαναΐδες είχαν καταδικαστεί να προσπαθούν να γεμίσουν κουβαλώντας συνέχεια νερό, χωρίς φυσικά αυτό να γεμίζει ποτέ (β) αντλώ εις πίθον Δαναΐδων (Λουκιαν. Τίμων 18) για κάθε μάταιη προσπάθεια, η οποία αποκλείεται να τελεσφορήσει, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.
 
Πασιφάη  (Μυθολ.) Κόρη τού Ηλίου και τής Περσηίδας, σύζυγος τού Μίνωα. γέννησε τον Μινώταυρο από τον ταύρο που έστειλε ο Ποσειδώνας στον Μίνωα.
 
Επιλήψιμος  Αυτός που είναι αξιοκατάκριτος.
Παρ. Επιλήψιμη συμπεριφορά / διαγωγή.
Αυτός που χαρακτηρίζεται από ανηθικότητα και φαυλότητα.
Παρ. Επιλήψιμη  πράξη.
 
Πεισιθάνατος  Αυτός που ωθεί προς τον θάνατο, την καταστροφή.
Παρ: Πεισιθάνατη φιλοσοφία / ποίηση // Πεισιθάνατο έργο.